MERLUZA= ΠΡΧ ΜΕΡΛΟΥΚΙΟΣ, ΜΠΑΚΑΛΙΑΡΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
merluza 1. θ, ζωλ, μπακαλιάρος, μερλούκιος
2. οικ, μτφ, πρχ μερλουζα> μπεκρουλα> μπεκρούλιασμα, φέσι
3. εκφ, agarrar, pillar una merluza, οικ, γίνομαι λιάρδα, στουπί, φέσι, σκνίπα
no bebas más o pillarás una buena merluza, μην πιείς άλλο αλλιώς θα γίνεις λιάρδα
merluzo, za 1. ε, α θ, μτφ, πρχ μερλουθο> μουρλατος= ηλίθιος, -α, -o, βλάκας, χαζός, χαζή, κρετίνος, ¡deja de hacer el merluzo! σταμάτα να κάνεις τον ηλίθιο!