MELÓN= ΠΡΧ ΜΗΛΟ-ΠΕΠΟΝΟ> ΠΕΠΟΝΙ, ΠΡΧ ΒΕΡΥΚΟΚΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
albaricoque
1. α, βερύκοκο
2. βερυκοκιά
3. χρώμα βερυκοκί
4. ε, βερυκοκί, una pared albaricoque, ένας βερυκοκί τοίχος
albaricoquero 1. α, βερυκοκιά
albérchigo 1. α, βοτ, ποικιλία βερίκοκου
2. βερικοκιά που δίνει αυτόν τον καρπό
alberchiguero 1. α, βοτ, είδος βερικοκιάς
melinita 1. θ, μελινίτιδα
melolonta 1. α, ζωλ, μηλολόνθη
melón 1. α, πεπόνι, Me gusta el melón más que la sandía,
Μου αρέσει το πεπόνι περισσότερο από το καρπούζι
2. οικ, μτφ, χαζός, -ζή, κούτσουρο, ηλίθιος, -α, es un melón que no sabe hacer nada bien, Είναι ένα κούτσουρο που δεν ξέρει να κάνει τίποτα σωστά
3. οικ, μτφ, κούτρα, κεφάλα, Me di en el melón al subirme al coche,
Χτύπησα την κεφάλα μου όταν ανέβηκα στο αυτοκίνητο
4. ζωλ, αιγυπτιακή μαγκούστα, ερπηστής ιχνεύμων
5. σνθ, melón de agua, καρπούζι
6. εκφ, ser un melón, οικ, μτφ, είμαι τούβλο, κούτσουρο
melones 1. α πλ, οικ, μτφ, βυζιά, ¡Vaya melones tiene tu novia!
Τι βυζιά έχει η κοπέλα σου!
melonada 1. θ, οικ, μτφ, κουταμάρα
melonar 1. α, χωράφι με πεπόνια
meloncillo 1. α, πεπονάκι
melonero, ra 1. α θ, καλλιεργητής, καλλιεργήτρια πεπονιών
2. πωλητής, πωλήτρια πεπονιών
amelonado, da 1. ε, πεπονάτος, -η, -ο, tiene la cabeza amelonada,
έχει ένα κεφάλι πεπονάτο, το κεφάλι του έχει το σχήμα πεπονιού
melocotón 1. α, βοτ, πρχ μηλο-κοκκος= ροδάκινο
2. ροδακινιά
3. σνθ, melocotón en almíbar, ροδάκινα σε σιρόπι
melocotonar 1. α, χωράφι με ροδακινιές
melocotonero 1. α, βοτ, ροδακινιά
amelocotonado, da 1. ε, un vino amelocotonado, κρασί με γεύση ροδάκινο
2. για υφή, σαν ροδάκινου, una piel amelocotonada, ένα δέρμα με υφή σαν ροδάκινου
3. χρώμα ροδακινί, se pintó los labios de ese tono amelocotonado,
έβαψε τα χείλη της με εκείνο το ροδακινί χρώμα
camelina 1. θ, βοτ, καμελίνα η κοινή
camomila 1. θ, χαμομήλι
hamamelis 1. α, βοτ, αμαμηλίδα
membrillo 1. α, βοτ, πρχ μηλ-αφρουλι> Μήλο της Αφροδίτης= κυδωνιά
2. κυδώνι
3. γλυκό κυδώνι
membrillero 1. α, κυδωνιά
membrillar 1. θ, χωράφι με κυδωνιές