MÉDULA= ΠΡΧ ΜΕΔΟΥΛΙ, ΜΥΕΛΟΣ, ΜΥΑΛΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
médula, medula 1. θ, ιατ, ανα, μυελός
2. μτφ, το μεδούλι, ζουμί σε κάτι, ουσία, la médula de la cuestión, η ουσία της υπόθεσης
3. βοτ, εντεριώνη
4. σνθ, médula de saúco, βοτ, εντεριώνη κουφοξυλιάς
médula espinal, ανα, νωτιαίος μυελός
médula oblonga, ósea, ανα, μυελός του εγκεφάλου, των οστών
5. εκφ, hasta la médula, οικ, μτφ, μέχρι το μεδούλι, μέχρι τα μπούνια
medular 1. ε, ανα, μυελικός, -ή, -ό
2. αθλ, μτφ, σαν μεδούλι= σχετικός, -ή, -ό με τη μεσαία γραμμή
3. μτφ, κύριος, -α, -ο, El problema medular de nuestra economía son los bancos,
Το κύριο πρόβλημα της οικονομίας μας είναι ότι οι τράπεζες
4. θ, αθλ, μεσαία γραμμή
meduloso, sa 1. ε, ανα, μυελικός, -ή, -ό
intramedular 1. ε, ανα, ενδομυελικός, -ή, -ό
meollo 1. α, πρχ μεολιο= μυαλό
2. ανα, μυελός, μεδούλι, el meollo del hueso, ο μυελός του οστού
3. μτφ, ουσία ζητήματος, μεδούλι, el meollo del problema, η ουσία του προβλήματος
4. μτφ, κρίση, μυαλό, ¡a ver si usas el meollo antes de hablar!
Ας δούμε αν θα χρησιμοποιήσεις το μυαλό πριν μιλήσεις!
5. εκφ, el meollo de, μτφ, η ουσία του, el meollo de la cuestión, η ουσία του θέματος
desmeollar 1. ρμ, αφαιρώ το μεδούλι
desmeollamiento 1. α, αφαίρεση του μεδουλιού
meollada 1. θ, μυαλά ζώου βοσκής
meollar 1. α, ναυ, μτφ, σαν μεδούλι ή μαλλί= ψιλή τριχιά από στουπί ή σχοινί
mogollón 1. α, οικ, μτφ, πρχ σαν Μογγόλοι= πληθώρα ατόμων, πλήθος,
hay un mogollón de gente en la calle, έχει ένα πλήθος ατόμων στον δρόμο
2. πλήθος, σωρός από κάτι, Tengo un mogollón de trabajo que hacer esta semana,
Έχω ένα σωρό δουλειά να κάνω αυτή την εβδομάδα,
Tengo un mogollón de libros y ropa para donar,
Έχω ένα σωρό βιβλία και ρούχα για να δωρίσω
3. μτφ, σαν Μογγόλοι = ανάμειξη ατόμων, πραγμάτων, μπούγιο, συνονθύλευμα, αναμπουμπούλα, φασαρία, χάος, se montó un mogollón en la calle con dos pandillas,
μονταρίστηκε ένα μπούγιο στον δρόμο με δύο συμμορίες,
una mudanza siempre es un mogollón, η μετακόμιση είναι πάντα μια φασαρία,
La habitación era un mogollón de libros y papeles,
Το δωμάτιο ήταν ένα χάος από βιβλία και χαρτιά
mogollón 1. επρ, σαν Μογγόλοι = πολύ, me gusta mogollón, μου αρέσει πολύ,
Compré más comida porque mi hermano come mogollón,
Αγόρασα περισσότερο φαγητό επειδή ο αδερφός μου τρώει πολύ
2. εκφ, a mogollón, hay gente a mogollón, έχει πάρα πολύ κόσμο
el mogollón de, το πλήθος, τσούρμο από, ¿viste el mogollón de chicas que hubo?
είδες το τσούρμο από κοπέλες που υπήρχε;
un mogollón de, ένα σωρό από, tiene un mogollón de camisas, έχει ένα σωρό μπλούζες
de mogollón, μτφ, σαν Μογγόλος, βιαστικά ή απρόσεχτα, lo ha hecho de mogollón,
το έχει κάνει βιαστικά
ή μτφ, δωρεάν, τζάμπα