MATAR

MATAR= ΠΡΧ ΜΑΤ ΑΠΟ ΣΚΑΚΙ> ΣΚΟΤΩΝΩ, ΤΕΛΕΙΩΝΩ, ΠΡΧ ΜΑΤ ΧΡΩΜΑ, ΠΡΧ ΤΕΡ-ΜΑΤΙΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

matar πρχ ματ από το σκάκι> σκοτώνω, τελειώνω κάποιον ή κάτι

1. ρμ, ραντ, σκοτώνω, σκοτώνομαι, matar a un hombre, σκοτώνω έναν άνθρωπο,

se ha matado en un accidente de moto, έχει σκοτωθεί σε ένα ατύχημα με μηχανή

2. σφάζω ζώο, matar una gallina, σφάζω μια κότα

3. μτφ, σκοτώνω το φώς σε κάτι = θολώνω, σβήνω, αφαιρώ φως, φωτεινότητα,

el vapor mata el brillo de los cristales, o ατμός θολώνει τα τζάμια,

baja la persiana para matar un poco la claridad,

κατέβασε την περσίδα για να σβήσεις λίγο την φωτεινότητα

4. μτφ, θαμπώνω λάμψη σε μέταλλο, το κάνω ματ

5. μτφ, σβήνω την φωτιά, ασβέστη, matar el fuego, la cal

6. μτφ, πρχ λιμάρω< λι-ματαρω, σβήνω, λιμάρω άκρες, γωνίες σε κάτι,

hay que matar los cantos de la mesa, πρέπει να λιμάρω τις γωνίες του τραπεζιού

7. μτφ, σε παιχνίδι με χαρτιά, matar la reina con el as, o άσσος κερδίζει την ντάμα

8. οικ, μτφ, κάτι με σκοτώνει, πεθαίνει, επειδή δεν υποφέρεται,

estos zapatos me están matando, αυτά τα παπούτσια με σκοτώνουν

9. οικ, μτφ, σκοτώνω κάποιον με λόγια, συμπεριφορά, αποκαρδιώνω, απογοητεύω,

me mata haciéndome tantas preguntas estúpidas,

με σκοτώνει κάνοντας μου τόσες ηλίθιες ερωτήσεις

10. οικ, μτφ, σκοτώνω, σβήνω τα όνειρα, ελπίδα, συναισθήματα σε κάποιον,

el tiempo acabó matando el amor que sentía,

ο χρόνος κατέληξε σβήνωντας την αγάπη που ένιωθε

11. μτφ, σκοτώνω την ώρα μου, mientras te espero, leeré el periódico para matar el rato,

καθώς σε περιμένω, θα διαβάσω την εφημερίδα για να σκοτώσω, περάσω την ώρα

12. μτφ, να σβήσω, κόψω, εξαλείψω κάτι, quiere matar el vicio de fumar,

θέλει να κόψω το πάθος του καπνίσματος

13. μτφ, σκοτώνω κάποιον, τον φέρνω σε δύσκολη θέση,

cada vez que le dicen que tiene que tomar una decisión, le matan,

κάθε φορά που του λένε να πάρει μια απόφαση, τον σκοτώνουν

14. μτφ, για κάτι εξαιρετικό σε ποιότητα, σκοτώνει, φυσάει, el disco está bien pero no mata,

ο δίσκος είναι καλός αλλα δεν σκοτώνει, φυσάει

15. ραντ, μτφ, σκοτώνομαι, προσπαθώ, se mataba por llegar a ser el mejor en su puesto,

σκοτωνόταν θέλοντας να φτάσει να γίνει ο καλύτερος στην θέση του

16. σκοτώνομαι για να ευχαριστήσω, περιποιηθώ κάποιον, σκίζομαι,

en cada reunión se mata por atender a todos sus invitados,

σε κάθε συγκέντρωση σκίζεται για να περιποιηθεί όλους τους καλεσμένους

17. μτφ, σκοτώνομαι ψυχικά, θλίβομαι, στεναχωρούμαι πάρα πολύ,

se mató muchísimo al perder la beca,

στεναχωρήθηκε πάρα πολύ όταν έχασε την υποτροφία

18. μτφ, για δύο πράγματα σαν να σκοτώνονται= δεν ταιριάζουν,

Esta camisa y los pantalones se matan, αυτή η μπλούζα και το παντελόνι δεν ταιριάζουν

19. μτφ, σκοτώνω την πείνα, σβήνω, tómate un bocadillo para matar el hambre,

πάρε ενα σάντουιτς για να σβήσεις την πείνα σου

20. μτφ, σκοτώνομαι, τσακώνομαι με κάποιον, Se mataba con sus hermanos,

Σκοτωνόταν με τα αδέρφια του

21. εκφ, estar, llevarse a matar con, οικ, είμαι στα μαχαίρια με, σκοτωμένος με,

está a matar con su hermano por la herencia de sus padres,

είναι σκοτωμένος με τον αδερφό του για την κληρονομιά των γονέων του

¡que me maten si…! να με σκοτώσουν αν= να πέσει κεραυνός να με κάψει αν…!

¿viajar yo?, ¡que me maten si he salido alguna vez de mi pueblo!

να ταξιδέψω εγώ, να πέσει κεραυνός αν έχω βγεί κάποια φορά απο το χωριό μου,

matarlas callando, τα κάνει σιωπηλά, ενεργεί στα μουλωχτά,

parece una buena persona, pero las mata callando,

φαίνεται ενα καλό άτομο, αλλα τα κάνει στα μουλωχτά

matadero 1. α, πρχ τερ-ματισ-τήριο ζώων= σφαγείο

2. εκφ, ir, llevar a alguien al matadero, μτφ, οδηγώ κάποιον στη σφαγή

matado, da 1. ε, οικ, μτφ, πρχ τερ-ματι-σμένος, η, ο, σκοτωμένος, -η, -o, ψόφιος, -α, -o, πεθαμένος, -η, -o από κούραση

2. μτφ, για άτομο ή γιορτή σκοτωμένος, -η, -ο, άτονος, -η, -o, άψυχος, -η, -o

3. α θ, υτμ, μτφ, τερ-ματι-σμένος από την ζωή, κακομοίρης, -α

matador, ra 1. ε, που πράττει το ρήμα matar

2. oικ, μτφ, ε, α θ, σφαγιαστικός, -ή, -ό, σφαγέας, los matadores de cerdos,

οι σφαγείς των γουρουνιών

3. ε, για άτομο ή κατάσταση, πράγμα που τερ-ματί-ζει, σκοτώνει ψυχικά, σωματικά,

εξαντλητικός, -ή, -ó, κουραστικός, -ή, -ό, un trabajo matador, μία εξαντλητική δουλειά

la travesía fue muy bonita pero matadora, η διαδρομή ήταν πολύ ωραία αλλα κουραστική

4. μτφ, με γούστο που σκοτώνει= κακόγουστος, -η, -o, llevas una camisa matadora,

φοράς ενα πουκάμισο κακόγουστο

5. μτφ, που σκοτώνει με την εμφάνιση, πράξη του, ελκυστικός, -ή, -ό, εκρηκτικός, -ή, -ó, φοβερός, -ή, -ό, θανατηφόρος, -α, -ο, φονικός, -ή, -ό, esa mujer tiene unos ojos matadores,

αυτή η γυναίκα έχει κάτι μάτια που σκοτώνουν

6. α θ, ματαδόρ, που σκοτώνει ταύρους, ταυρομάχος

7. φονιάς, -ισσα, δολοφόνος

matadura 1. θ, μικρή πληγή

matanza 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του matar

2. σφαγή, θανάτωση, εξολόθρευση ατόμων,

fue acusado de la matanza de decenas de prisioneros,

κατηγορήθηκε για την θανάτωση δεκάδων φυλακισμένων

3. σφαγή, θανάτωση, ζώων

4. χοιρινό κρέας από τα χοιροσφάγια

5. εποχή της χοιροσφαγής

rematar πρχ ρεματαρ> τε-ρ(ε)ματ-ίζω= αποτελειώνω

1. ρμ, αποτελειώνω, δίνω χαριστική βολή, σε ένα άτομο, ζώο, ή πληγωμένο

remataron al perro malherido, αποτελείωσαν τον κακοπληγωμένο σκύλο

llevaba un tiempo deprimido pero su enfermedad lo ha rematado,

είχε καιρό καταθλιμμένος αλλα η αρρώστια του τον αποτελείωσε

2. αποτελειώνω ένα στολισμό, ράψιμο

3. αποτελειώνω μια δουλειά, ενέργεια, ολοκληρώνω, remató el dibujo sombreándolo,

ολοκλήρωσε την ζωγραφιά σκιάζοντας την

4. μτφ, σκοτώνω, ξεπουλώ εμπόρευμα, rematan el género a mitad de precio,

σκοτώνουν το προϊόν στην μισή τιμή

5. κατακυρώνω σε δημοπρασία, επειδή τερματίζω την τιμή

6. αθλ, πρχ τε-ρματίζω την ενέργεια μου= σουτάρω

7. καταναλώνω κάτι εντελώς, ha rematado todo lo que había en la nevera,

έχει καταναλώσει όλο αυτό που υπήρχε στο ψυγείο

8. ρα, για αντικείμενο που τε-ρματίζει = τελειώνει, καταλήγει σε μια άκρη, αιχμή,

el palo remataba en punta, το παλούκι τελείωνε σε άκρη

9. τερματίζει, καταλήγει κάποιος, πεθαίνει

rematamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του rematar

remate πρχ τε-ρματισμα

1. α, αποτελείωμα, τελείωμα, como remate de su actuación, recitó unos poemas,

σαν τελείωμα της ερμηνείας του, απήγγειλε κάποια ποιήματα

2. τελείωμα σε ομιλία, καριέρα

3. τελείωμα σε ρούχο, se ha descosido el bajo de la falda porque no llevaba remate,

έχει ξεραφτεί το κάτω της φούστας γιατί δεν είχε τελείωμα

ή άκρη, μύτη, τελείωμα σε αντικείμενο, este paraguas tiene una figura como remate,

αυτή η ομπρέλα έχει μια φιγούρα σαν μύτη

4. δημοπράτηση, επειδή γίνεται τε-ρματισμα τιμής

5. ατκ, σκεπή, στέγη, επειδή είναι το τε-ρμάτισμα του σπιτιού

6. αθλ, σουτ, πρχ τελείωμα, τε-ρμάτισμα ενέργειας για γκολ

7. σνθ, remate a gol, puerta, σουτάρω για γκολ

remate de cabeza, τε-ρμάτισμα με = κάνω (μια) κεφαλιά

8. εκφ, como remate, σαν τε-ρματισμό= για , σαν επίλογο, τέλος

dar remate a algo, δίνω τε-ρματισμα σε κάτι= αποτελειώνω κάτι

de remate, οικ, τε-ρματισμένο= τέρμα, τελείως, loco de remate, θεότρελος

tonto de remate, ηλίθιος τέρμα, παν-ηλίθιος

para ή como remate, για τε-ρμάτισμα= για τελείωμα, σαν αποκορύφωμα,

dijo que el guiso estaba salado y, como remate, no quiso probar el postre,

είπε πως το μαγειρευτό ήταν αλμυρό και, σαν αποκορύφωμα, δεν θέλησε να δοκιμάσει το επιδόρπιο

por remate, ως τελείωμα= για το τέλος

rematado, da ε 1. ε, πρχ τε-ρματισμένος, -η, -ο, που η κατάσταση του δεν έχει γυρισμό, είναι αθεράπευτος, -η, -o, αδιόρθωτος, -η, -o σε κάτι,

es un tonto rematado, είναι ένας ηλίθιος τερματισμένος

2. νομ, καταδικασμένος, -η, -ο σε ποινή

rematador, ra 1. α θ, γκολτζής, σκόρερ, επειδή βρίσκει τέρμα, τε-ρματιστής

rematante 1. α, άτομο που του επικυρώνεται κάτι σε δημοπρασία, σαν τερματίζων τιμή > επειδή τε-ρματίζει την τελική τιμή

rematadamente 1. επρ, πρχ τε-ρματιστικά = ολοκληρωτικά, απόλυτα

matabuey 1. α, βοτ, βού-πλευρο

matacabras 1. α, μτφ ματάρει-κάπρους= δυνατός βοριάς

matacán 1. α, πολεμίστρα σε φρούριο, επειδή ματάρει από ψηλά

2. πρχ ματα-κυνο (σκύλος) = δηλητήριο με το οποίο σκότωναν σκύλους

3. πρχ ματα-καν> εμετι-κό κάρυο

4. στο κυνήγι, λαγός συνηθισμένος στο να τον κυνηγούν οι σκύλοι

matacandelas 1. α, ματαρει-κανδήλια= κηρο-σβέστης

matachín 1. α, σφαγέας, πρχ που ματσακάρει=σκοτώνει

2. οικ, μτφ, καβγατζής, πρχ σα-ματατζής, που τσακώνεται συνέχεια

matafuego 1. α, πυρο-σβεστήρας, ματαρει-φωτιά

2. πυρο-σβέστης

matahormigas 1. ε, α, ματάρει-μυρμήγκια= μυρμηγκο-κτόνος, σπρέι για μυρμήγκια

matalón 1. α, ψωράλογο, πρχ τερ-ματ-άλογο, στα τελευταία του

matamata 1. θ, ζωλ, χελώνα ματαμάτα

matamoros 1. α, οικ, πρχ ματαρει-μαύρους= ψευτο-νταής

matamoscas α 1. α, εντομοκτόνο που σκοτώνει τις μύγες

2. μυγο-σκοτώστρα

mataperros 1. α, οικ, ματαρει-σκύλους= αλητάκος, σκανταλιάρης, σαν να πειράζει σκύλους

matarife 1. α, πρχ ματάρει-ερίφια > ζώα, σφαγέας

matarratas α 1. α, πρχ ματαρει-αρουραίους > ποντίκια= ποντικο-φάρμακο

2. οικ, μτφ, για ποτό, μπόμπα, ξύδι

matasanos 1. α, οικ, μτφ ματαρει-υγιείς= κομπογιαννίτης

matasellos πρχ μπατάρει-σφραγίς

1. α, μηχάνημα σφράγισης γραμματοσήμων

2. σφράγιση γραμματοσήμου

3. σφραγίδα ταχυδρομείου

matasuegras 1. α, ματάρει-πεθερές, επειδή σοκάρει, φρου φρου χάρτινη σφυρίχτρα που ξετυλίγεται

mate 1. ε, πρχ ματ χρώμα > θαμπό , θαμπός, -ή, -ó

2. poner mate, θαμπώνω, κάνω ματ

mate 1. α, ματ στο σκάκι

2. αθλ, κάρφωμα, πρχ σαν να τερ-ματ-ίζει την μπάλα στο καλάθι

3. εκφ, dar jaque mate, κάνω σαχ, ρουά ματ

hacer un mate, αθλ, καρφώνω

matidez 1. θ, πρχ, ματ χρώμα= θαμπό, θαμπάδα

matón πρχ που του αρέσει να κάνει σα-ματά

1. α, οικ, νταής, τραμπούκος, el matón del pueblo, o νταής του χωριού

2. μπράβος

matonear 1. ρα, μτφ πρχ κάνω σα-ματά σε κάποιον= φοβερίζω

acasamatado, da 1. ε, πρχ σε κασα(οικος)-ματάρω= οχυρωμένος, -η, -ο σε θωρακισμένο θάλαμο

Scroll to Top