MASTO

MASTO= ΠΡΧ ΜΑΣΤΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

masto- 1. πρόθεμα λεξικό, μαστο-

mastalgia 1. θ, ιατ, μαστοδυνία

mastectomía 1. θ, ιατ, μαστεκτομή

mastitis 1. θ, ιατ, μαστίτιδα

mastografía 1. θ, ιατ, μαστογραφία

mastoideo, a 1. ε, ανα, μαστοειδής, -ής, -ές

mastoiditis 1. θ, ιατ, μαστοειδίτιδα

mastología θ, ιατ, μαστολογία

mastólogo, ga 1. α θ, ιατ, μαστολόγος

mastopatía 1. θ, ιατ, μαστοπάθεια

mastosis 1. θ, ιατ, μαστοπάθεια

mastodonte 1. α, μαστόδοντο

mastodóntico, ca 1. ε, οικ, μτφ, πελώριος, -α, -o

mastozoología 1. θ, ζωλ, τομέας της ζωολογίας που ασχολείται με τα μαστοφόρα

Amazonas 1. ονο, el Amazonas, o Αμαζόνιος

Amazonia 1. ονο, la Amazonia, η Αμαζονία

amazona 1. θ, αμαζόνα, ιππεύτρια

2. κοστούμι ιππασίας για αμαζόνες

amazónico, ca 1. ε, Αμαζονικός, -ή, -ό, αμαζόνιος, -α, -ο, σχετικός με Αμαζόνες ή Αμαζόνιο

mador 1. α, ιατ, πρχ μη-υδωρ= ελαφρά εφίδρωση, υγρασία στο σώμα

Scroll to Top