MÁSCARA= ΠΡΧ ΜΑΣΚΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
máscara 1. θ, μάσκα, una máscara de cartón, μια μάσκα από χαρτόνι,
Los bomberos traían máscaras para no inhalar el humo,
Οι πυροσβέστες φορούσαν μάσκες για να μην εισπνέουν τον καπνό
2. μάσκα μεταμφίεσης, La gente usaba máscaras coloridas en la fiesta de disfraces,
Οι άνθρωποι φορούσαν πολύχρωμες μάσκες στο πάρτι μεταμφιεσμένων
3. μτφ, μάσκα, προσωπείο, Bajo su máscara de alegría se esconde una persona muy triste,
Κάτω από τη χαρούμενη μάσκα της κρύβεται ένα πολύ θλιμμένο άτομο
4. μάσκα μελισσοκόμου
5. μάσκαρα κοσμητική, Voy a comprar la máscara que alarga las pestañas,
Θα αγοράσω τη μάσκαρα που μακραίνει τις βλεφαρίδες
6. α θ, μασκαρεμένος, -η, μασκαράς, Al salir del baile encontré dos máscaras,
Καθώς έφευγα από τον χορό, βρήκα δύο μασκαράδες
7. θ πλ, χορός μασκαρεμένων, μεταμφιεσμένων, πάρτι μασκέ ή μέρος που γίνεται ο χορός, Nos veremos en las máscaras, Θα τα πούμε στο χορό μεταμφιεσμένων
8. σνθ, máscara antigás, αντιασφυξιογόνος μάσκα
máscara de edición, πλφ, μάσκα εισαγωγής
máscara de interrupción, πλφ, μάσκα διακοπής
máscara de oxígeno, μάσκα οξυγόνου
9. εκφ, quitar la máscara a alguien, αφαιρώ τήν μάσκα σε κάποιον, ξεσκεπάζω κάποιον, quitarse la máscara, μου βγάζω το προσωπείο, αποκαλύπτομαι
mascarilla πρχ μασκ-ούλα
1. θ, προστατευτική μάσκα, Mascarilla quirúrgica, Χειρουργική μάσκα,
Durante la pandemia, era obligatorio llevar mascarilla en los centros de salud,
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η χρήση μάσκας ήταν υποχρεωτική στα κέντρα υγείας
2. μάσκα καλλυντική, La mascarilla te ayudará a eliminar el acné,
Η μάσκα προσώπου θα σε βοηθήσει να εξαλείψεις την ακμή
3. μάσκα, Cuando en la cabina hay baja presión, caen las mascarillas de oxígeno,
Όταν υπάρχει χαμηλή πίεση στην καμπίνα, οι μάσκες οξυγόνου πέφτουν
4. νεκρική μάσκα, προσωπείο
mascarón 1. α, ατκ, διακοσμητική φιγούρα
2. σνθ, mascarón de proa, ναυ, ακρόπρωρο, φιγούρα της πλώρης
mascarada 1. θ, χορός μεταμφιεσμένων, μπαλ μασκέ, μασκαράτα,
ayer fuimos a una mascarada, εχθές πήγαμε σε έναν χορό μεταμφιέσεων
2. σύνολο από μασκαρεμένα άτομα, μασκαράδες, una mascarada se acerca hacia nosotros, ένα σύνολο από μασκαράδες πλησιάζει προς εμάς
3. μτφ, μασκαράτα, θέατρο, φάρσα, κοροϊδία σε κάποιον,
todo fue una mascarada, όλο ήταν μια φάρσα,
Todo el juicio fue una mascarada, Όλη η δίκη ήταν μια φάρσα
mascota πρχ μασκοτ= μικρό σύμβολο για κάτι
1. θ, ζώο συντροφιάς, κατοικίδιο ζώο, Tengo una iguana como mascota,
Έχω μια ιγκουάνα ως κατοικίδιο
2. γούρι για κάτι, usa un búho de madera como mascota,
χρησιμοποιεί μια κουκουβάγια από ξύλο σαν γούρι
3. μασκότ, la mascota de los juegos olímpicos de 1992 fue un perrito,
η μασκότ των ολυμπιακών αγώνων του 1992 ήταν ένα σκυλάκι
enmascarar πρχ εν-μασκαρεύω
1. ρμ, καλύπτω με μάσκα το πρόσωπο, φοράω μάσκα, καλύπτω με μάσκα το πρόσωπο,
Los niños enmascararon sus caras y salieron a pedir dulces,
Τα παιδιά κάλυψαν με μάσκα τα πρόσωπα τους και βγήκαν έξω να ζητήσουν γλυκά
2. στρ, καμουφλάρω
3. μτφ, καλύπτω κάτι, κρύβω, enmascaraba con astucia sus oscuras intenciones,
κάλυπτε με πονηριά τις σκοτεινές του προθέσεις
El ambientador enmascaraba el mal olor del baño,
Το αρωματικό χώρου κάλυπτε την άσχημη μυρωδιά του μπάνιου
4. ραντ, εν-μασκαρεύομαι= φορώ, βάζω μάσκα, μεταμφιέζομαι,
se enmascaró para no ser descubierto, μασκαρεύτηκε για να μην ανακαλυφθεί,
Los ladrones no se enmascararon, y por eso la policía los reconoció rápidamente,
Οι κλέφτες δεν φορούσαν μάσκες και γι’ αυτό η αστυνομία τους αναγνώρισε γρήγορα
enmascaramiento
1. α, μεταμφίεση, μασκάρεμα
2. μτφ, επικάλυψη, κρύψιμο σε κάτι, el enmascaramiento de la verdad,
η επικάλυψη της αλήθειας
3. πλφ, απόκρυψη
4. στρ, καμουφλάρισμα
enmascarado, da πρχ εν-μασκαρεμένος
1. ε, μεταμφιεσμένος, -η, -o, μασκοφορεμένος, -η, -ο,
Nunca había visto a tantas personas enmascaradas como en el baile de disfraces,
Δεν είχα ξαναδεί τόσα άτομα μασκοφορεμένα όσο στον χορό μεταμφιέσεων
2. α θ, μασκοφόρος, El enmascarado fracasó en su intento de robar el banco,
Ο μασκοφόρος άνδρας απέτυχε στην προσπάθεια του να ληστέψει την τράπεζα
desenmascarar 1. ρμ, ξε-μασκαρίζω= αφαιρώ την μάσκα σε κάποιον
2. μτφ, αποκαλύπτω, ξεσκεπάζω, desenmascararon al culpable, ξεσκέπασαν τον ένοχο