MARIDO

MARIDO= ΠΡΧ ΜΑΡΙΟΣ> ΑΝΤΡΑΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ= ΜΤΦ ΣΥΖΥΓΟΣ ΑΝΔΡΑΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

marido 1. α, πρχ Μάριος> άντρας της Μαρίας= σύζυγος άντρας

maridazo 1. α, οικ, υποδειγματικός σύζυγος

marital 1. ε, συζυγικός, -ή, -ó, vida marital, συζυγική ζωή

extramarital 1. ε, εξωσυζυγικός, -ή, -ό

malmaridada θ, πρχ μελανο-μαρία= κακοπαντρεμένη γυναίκα σύζυγος

maridable 1. ε, συζυγικός, -ή, -ó

maridar 1. ρα, πρχ παίρνω την Μαρία, Μάριο> σύζυγο= νυμφεύομαι, παντρεύομαι

Luisa quedó embarazada un par de meses después de maridar,

Η Λουίζα έμεινε έγκυος μερικούς μήνες μετά τον γάμο της

2. ρμ, μτφ, παντρεύω κάτι= συνταιριάζω, συνδυάζω, κολλάω, ταιριάζω,

La banda logró maridar la música disco con el rock,

Το συγκρότημα κατάφερε να συνδυάσει τη ντίσκο μουσική με τη ροκ,

Yo creo que puedes maridar casi cualquier cerveza con pizza,

Νομίζω ότι μπορείς να κολλήσεις σχεδόν οποιαδήποτε μπύρα με πίτσα,

no es fácil maridar la tradición con la modernidad,

δεν είναι εύκολο να ταιριάξει η παράδοση με την μοντερνικότητα

enmaridar 1. ρα, για γυναίκα, παντρεύομαι

2. ρμ, μτφ, παντρεύω, ταιριάζω κάτι

maridaje 1. α, λογ, γάμος, συζυγία παντρεμένων

2. μτφ, αρμονία πραγμάτων, ένωση, συνένωση, ταίριασμα, πάντρεμα σε κάτι,

en su poesía existe un maridaje de elementos cultos y populares,

στην ποίηση του υπάρχει μια αρμονία από στοιχεία λόγια και δημοτικά

el maridaje entre las dos compañías, η ένωση των εταιρειών

el maridaje de colores, το ταίριασμα των χρωμάτων

mariachi, mariache 1. α, μαριάτσι, μεξικανική λαϊκή μουσική

2. ομάδα μουσικών μαριάτσι

3. μεξικανός μουσικός

Scroll to Top