MARGA

MARGA= ΜΑΡΓΑ

marga 1. θ, ορυ, μάργα, αργιλάσβεστος

margal 1. α, έδαφος που περιέχει μάργα

margar 1. ρμ, αγρ, λιπαίνω με μάργα

margoso, sa 1. ε, γωλ, μαργαϊκός, -ή, -ó

marguera 1. θ, ορυ, ορυχείο μάργας

Scroll to Top