MARCAR

MARCAR= ΠΡΧ ΜΑΡΚΑΡΩ, ΜΑΡΚΑ, ΜΑΡΚΙΖΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

marquesina 1. θ, μαρκίζα

2. στέγαστρο που εξέχει

marquetería 1. θ, ψηφιδωτό σε ξύλο, μαρκετερί

marquilla 1. θ, χαρτί σχεδίου, για να μαρκάρω κάτι

marquista 1. α θ, μαρκ-ιστής= κορνιζοποιός

marqués, esa 1. α θ, μαρκήσιος, -ια, που διοικεί ενα μέρος με όρια> μαρκαρισμένο

2. εκφ, dárselas de marquesa, κάνω την κοντέσα, σαν να πιάνω λεφτά πολλά

marquesa 1. θ, μαρκίζα, γείσωμα για πολυθρόνα, στέγαστρο

marquesado 1. α, τίτλος, αξίωμα του μαρκησίου

2. έδαφος στη δικαιοδοσία μαρκησίου

marco πρχ μαρκά-ρισμα= πλαίσιο σε κάτι

1. α, πλαίσιο, κάδρο για πίνακα, καθρέπτη

2. πλαίσιο, κάσα για πόρτα, παράθυρο

3. μτφ, πλαίσιο προβλήματος, θέματος, χρονικό

4. πδφ, τέρμα, εστία

marca πρχ μάρκα

1. θ, μάρκα προϊόντος, una nueva marca de ropa, μια νέα μάρκα ρούχων

2. σημάδι αναγνώρισης σε κάτι, μαρκάρισμα, el libro tiene una marca para encontrarlo,

το βιβλίο έχει ενα σημάδι για να το βρείς

3. ίχνος, χνάρι σαν σημάδι, la marca de la rueda, τα ίχνη από ρόδα

4. ουλή προσώπου

5. μαρκάρισμα ζώου

6. σίδερο για μαρκάρισμα ζώου και μαρκάρισμα, σημάδεμα ζώου

7. χώρος μαρκαρισμένος με όρια= κομητεία, μεθόριος

8. αθλ, ρεκόρ, la marca se batió, το ρεκορ καταρρίφθηκε

9. αθλ, μαρκάρισμα, se encarga de la marca del delantero,

επωμίζεται το μαρκάρισμα του επιθετικού

10. ναυ, ορόσημο

11. πλφ, σελιδο-δείκτης

12. σνθ, marca blanca, ιδιωτική ετικέτα (σούπερ μάρκετ)

marca de corte, de recorte, σημάδι κοπής, αποκοπής

marca de fábrica, εμπορικό σήμα

marca registrada, patentada, σήμα κατατεθέν, κατοχυρωμένο

13. εκφ, de marca mayor, οικ, πρώτης τάξεως

marcar πρχ μαρκάρω

1. ρμ, μαρκάρω κάποιον, κάτι για να το αναγνωρίζω, ξεχωρίζω, σημαδεύω,

marcar con hierro los animales, σημαδεύω με σίδερο τα ζώα

2. μαρκάρω= δείχνω ενα σημείο, καταδεικνύω, la flecha marca la casa,

το βέλος δείχνει το σπίτι

3. μαρκάρω= παίρνω αριθμό τηλεφώνου

4. για ρούχο που μαρκάρει τις γραμμές= τονίζω, esa camisa te marca mucho el pecho,

αυτή η μπλούζα σου τονίζει σού τονίζει πολύ το στήθος

5. μαρκάρω τον ρυθμό σε κάτι, δίνω ρυθμό, βήμα, el sargento marca el paso,

o λοχίας δίνει το βήμα

6. μαρκάρω σε παιχνίδι, σημειώνω πόντο, σκοράρω, marcar una canasta,

σημειώνω ένα καλάθι

7. μαρκάρω παίκτη σε παιχνίδι, el defensa marca al delantero,

o αμυντικός μαρκάρει τον επιθετικό

8. αθλ, μαρκάρω= σημειώνω χρόνο, επίδοση σε άθλημα, κάνω ρεκόρ

9. σγουραίνω, κατσαρώνω μαλλί, σαν να μαρκάρω> κάνω κύκλο

quiero marcar el pelo, θέλω να κατσαρώσω το μαλλί

10. τυπ, μαρκάρω όρια= αφήνω περιθώρια

11. ναυ, διοπτεύω, σαν να μαρκάρω> σημαδεύω με διόπτρα

12. ρα, μτφ, κάτι μου αφήνει σημάδι, σημαδεύω, la pobreza ha marcado su vida,

η φτώχεια έχει σημαδέψει την ζωή του

13. ραντ, για ρούχο, μαρκάρεται η γραμμή= διαγράφεται,

se le marca la braga por debajo de la falda, διαγράφεται το βρακί κάτω απο την φούστα

14. για αθλήματα, μου μαρκάρω γκόλ= σημειώνω αυτο-γκολ,

el defensa se marcó un gol en propia puerta, o αμυντικός έβαλε αυτογκόλ

15. οικ, για χορό, μαρκάρω= κάνω αυτό που λέει το ουσιαστικό, σαν να το σημειώνω,

en la fiesta se marcó un baile, στην γιορτή έριξε ενα χορό

marcación πρχ μαρκάρισμα

1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του marcar, marcarse

2. σημείωμα σε αντικείμενο

3. οριοθέτηση σε έδαφος

4. σχηματισμός αριθμού τηλεφώνου

5. τόνος κλήσης, tono de marcación

6. ναυ, διόπτευση

7. κατ, κούφωμα για πόρτα, παράθυρο

8. σνθ, marcación abreviada, automátic, por voz, σύντομη, αυτόματη, φωνητική κλήση

marcadamente 1. επρ, μαρκαρισμένα> με έμφαση= ξεκάθαρα, ιδιαιτέρως, έντονα,

tenemos gustos marcadamente diferentes, έχουμε γούστα ξεκάθαρα διαφορετικά

marcado, da πρχ μαρκαρισμένο, με τρόπο ξεκάθαρο

1. ε, για προφορά, έντονος, -η, -ο, τονισμένος, -η, -ο, tiene un marcado acento argentino,

έχει έντονη αργεντίνικη προφορά

2. γλγ, τονισμένος, -η, -ο

marcador, ra πρχ μαρκαριστικό

1. ε, μαρκαριστικός, -ή, -ό, που μαρκάρει,

pistola marcadora de precios, μηχάνημα αυτόματης τιμολόγησης

2. α θ, για παίκτη που μαρκάρει= σκόρερ

3. τυπ, τροφοδότης πιεστηρίου

marcador πρχ μαρκαριστής

1. α, πίνακας μαρκαρίσματος σε άθλημα, βαθμολογίας, αποτελεσμάτων

el marcador señala un empate a dos, ο πίνακας του σταδίου δείχνει ισοπαλία δύο – δύο

2. αποτέλεσμα μαρκαρίσματος= σκόρ ¿cuál es el marcador?, ποιο είναι το σκορ;

3. πλφ, σελιδο-δείκτης, σελίδες με αγαπημένα, επειδή μαρκάρει

4. βιο, δείκτης

5. σνθ, marcador de paso, βηματο-δότης

marcador de votos, πίνακας διαλογής ψήφων

marcador electrónico, ηλεκτρονικός πίνακας σταδίου (μάτριξ)

6. εκφ abrir el marcador, ανοίγω το σκορ

equilibrar el marcador, ισοφαρίζω το σκόρ

ir por delante en el marcador, προ-ηγούμαι στη βαθμολογία, στο σκορ

ir por detrás en el marcador, είμαι πίσω στο σκορ

marcaje 1. α, αθλ, μαρκάρισμα

2. σνθ, marcaje individual, al hombre, μαρκάρισμα ατομικό, μαν του μαν

marcaje zonal, en zona, άμυνα ζώνης

marcapáginas 1. α, πρχ μαρκαρει-σελίδες= σελιδοδείκτης

marcapasos 1. α, πρχ μαρκάρει-βήματα= βηματοδότης

plusmarca πρχ υπερ-μαρκάρισμα> σκορ

1. θ, αθλ, ρεκόρ, plusmarca mundial, παγκόσμιο ρεκόρ

2. εκφ, batir una plusmarca, καταρρίπτω ρεκόρ

plusmarquista 1. α θ, υπερ-μαρκαριστής σε επίδοση= ρέκορντ-μαν, ρεκορντ-γούμαν,

κάτοχος ρεκόρ

comarcar πρχ συ-μαρκάρω> έχω επαφή με όρια σε κάτι

1. ρα, συνορεύω με χώρα, χωριό, ιδιοκτησία, tu pueblo comarca con el de mi padre,

το χωριό σου συνορεύει με το (χωριό) του πατέρα μου

2. ρμ, φτιάχνω δεντροστοιχίες, σαν να συ-μαρκάρω> παρα-φυτεύω

comarcal πρχ συ-μαρκο= περι-όριο

1. ε, περι-φερειακός, -ή, -ό, τοπικός, -ή, -ó

2. θ, επαρχιακή οδός

comarcano, na 1. ε, πρχ κοντά στο πλαίσιο> όριο= γειτονικός, -ή, -ό,

los campos comarcanos al municipio, τα γειτονικά χωράφια στον δήμο

2. κάτοικος περιοχής

demarcar πρχ δια> περι-μαρκάρω

1. ρμ, οριοθετώ έδαφος, περιοχή, demarcar los territorios de cada población,

να οριοθετήσω τις περιοχές κάθε δήμου

2. ναυ, χαράσσω πορεία

demarcación 1. θ, οριοθέτηση, οροθέτηση, la demarcación de los terrenos,

η οριοθέτηση των χωραφιών

2. πολ, γεω, οριοθεσία, σύνορο, όρια

3. οριοθετημένη περιοχή, las demarcaciones comunales, οι κοινόχρηστες περιοχές

4. περιφέρεια, επαρχία, διαμέρισμα διοικητικό, decreció la criminalidad en su demarcación,

μειώθηκε η εγκληματικότητα στην περιφέρεια του

5. σνθ, demarcación territorial, διοικητική περιφέρεια

demarcador, ra 1. ε, οριοθετικός, -ή, -ó linea demarcadora oριοθετική γραμμή

desmarcar πρχ ξε-μαρκάρω

1. ρμ, εμπ, αφαιρώ την μάρκα, ετικέτα εμπορεύματος για χαμήλωμα τιμής του

2. αθλ, ξε-μαρκάρω παίκτη

3. ραντ, αθλ, ξεμαρκάρομαι, el jugador se desmarcó entre dos defensas,

o παίκτης ξεμαρκαρίστηκε ανάμεσα σε δύο αμυντικούς

4. desmarcarse de, ξε-μαρκάρομαι> απομακρύνομαι από θέση, ευθύνη,

desmarcarse de sus familiares, απομακρύνεται απο τους οικείους του,

siempre que hay que tomar alguna decisión importante, se desmarca,

πάντα οταν πρέπει να πάρει κάποια απόφαση σημαντική, απομακρύνεται

desmarque 1. αθλ, ξε-μαρκάρισμα

2. μτφ, απομάκρυνση απο κάτι

3. αφαίρεση ετικέτας

4. εκφ, buscar el desmarque, ψάχνω το ξεμαρκάρισμα, προσπαθώ να ξεμαρκαριστώ

desmarcado, da 1. ε, αθλ, ξεμαρκαρισμένος, -η, -o, ξεμαρκάριστος, -η, -ο

desmarcaje 1. α, αθλ, ξεμαρκάρισμα

enmarcar πρχ εν-μαρκάρω= εν-θέτω σε πλαίσιο

1. ρμ, κορνιζάρω φώτο, ζωγραφιά, quiero enmarcar la foto de tu boda,

θέλω να κορνιζάρω την φώτο του γάμου σου

2. ρμ, ραντ, ενθέτω κάτι σε όρια χρονικά, ιδεολογίας, εγγράφω σε πλαίσιο αναφοράς,

πλαισιώνω, τοποθετώ, τοποθετούμαι, su música se enmarca en la corriente punk,

η μουσική του πλαισιώνεται στο ρεύμα Πάνκ

intercomarcal 1. ε, δια-τοπικός, -ή, -ό, δια-περιφερειακός, -ή, -ό

remarcar 1. ρμ, πρχ περι-μαρκάρω κάτι, το σημειώνω πιο έντονα,

remarcó de nuevo la fecha en su calendario para no olvidarla,

περιμάρκαρε πάλι την ημερομηνία στο ημερολόγιο για να μην το ξεχάσει

2. μτφ, σημειώνω, remarcó sus errores delante del gerente de manera maliciosa,

σημείωσε τα λάθη του μπροστά στον διευθυντή με κακόβουλο τρόπo

3. ξαναμαρκάρω

remarcable 1. ε, πρχ υπερ-μαρκαριστό= αξιοπρόσεκτος, -η, -ο, αξιοσημείωτος, -η, -ο

es una noticia remarcable en primera página,

είναι μια αξιοσημείωτη είδηση στην πρώτη σελίδα

margen πρχ μαρκ-άγημα= το όριο απο το μαρκάρισμα, περιθώριο

1. α, περιθώριο σε βιβλίο, σελίδα, margen de libro, página

2. όριο, άκρο σε επιφάνεια, ποτάμι, δρόμο, había vegetación en las márgenes del sendero,

είχε βλάστηση στα όρια του μονοπατιού

3. μτφ, περιθώριο σε γεγονός, πράξη, no me dejaste margen para continuar,

δεν μου άφησες περιθώριο για να συνεχίσω

4. εμπ, περιθώριο κέρδους, la venta de libros no deja mucho margen,

η πώληση των βιβλίων δεν αφήνει πολύ περιθώριο κέρδους

5. σημείωση σε περιθώριο, los márgenes estaban en lengua vernácula,

οι σημειώσεις ήταν σε γλώσσα τοπική

6. περιθώριο χρονικό, απόκλιση, debemos entregarlo en un margen de 15 días,

πρέπει να το παραδώσουμε σε ενα περιθώριο 15 ημερών

7. σνθ, margen de acción, περιθώριο δράσης

margen de error, περιθώριο λάθους

margen de ganancias, περιθώριο κέρδους

margen de seguridad, περιθώριο ασφαλείας

margen de tiempo, χρονικό περιθώριο

8. εκφ, al margen de, στο περιθώριο του, πέραν,

prefiero permanecer al margen de vuestras discusiones,

προτιμώ να μείνω πέραν των αντιλογιών σας

al margen de lo acordado, στο περιθώριο της συμφωνίας

vivir al margen de la sociedad, ζει στο περιθώριο της κοινωνίας

dar margen, δίνω ευκαιρία

dejar margen, αφήνω περιθώριο

firmar al margen, υπογράφω στο περιθώριο

por un escaso margen, για ενα λιγοστό όριο= μόλις, παρά λίγο

quedar al margen, παραμένω στο περιθώριο

marginar πρχ μαρκάρω όρια, περιθώριο

1. ρμ, περιθωριοποιώ άτομο, θέμα, a este chico le marginan en todos los juegos,

αυτό το παιδί τον περιθωριοποιούν σε όλα τα παιχνίδια

la junta marginó el aspecto económico,

το συμβούλιο άφησε στο περιθώριο το οικονομικό θέμα

2. αφήνω περιθώρια σε σελίδα

3. σημειώνω στο περιθώριο, marginó el guión del tema para recordar ciertos datos,

σημείωσε στο περιθώριο του σεναρίου του θέματος για να θυμάται κάποια δεδομένα

4. ραντ, περιθωριοποιούμαι

marginación 1. θ, περιθωριοποίηση, αποκλεισμός, los extranjeros sufren marginación,

οι αλλοδαποί υφίστανται περιθωριοποίηση, κοινωνικό αποκλεισμό

marginado, da 1. ε, περι-θωριο-ποιημένος, -η, -ο, las personas marginadas,

τα περιθωριοποιημένα άτομα

2. παραμερισμένος, -η, -ο, για υπόθεση, σχέδιο, εκτός πλαισίου,

los proyectos marginados por el director, τα παραμερισμένα σχέδια απο τον διευθυντή

3. α θ, για άτομο, κοινωνικά αποκλεισμένος, περιθωριοποιημένος, -η, απόκληρος, -η

marginador, ra 1. ε, πρχ μαρκ-αγητικό= οριοθετών, -ούσα, -όν

marginador 1. α, ρυθμιστής περιθωρίων

2. πλαίσιο μεγέθυνσης φωτογραφίας

marginal 1. ε, περιθωριακός, -ή, -ό, una nota marginal, μια σημείωση στο περιθώριο,

conductas marginales, συμπεριφορές περιθωριακές

2. παραμερισμένος, -η, -ο σε σημασία, una actividad marginal,

μια δευτερεύουσα δραστηριότητα

marginalidad 1. θ, περιθωριοποίηση

marginalismo 1. α, επανάσταση στα όρια, μαρξιναλισμός

2. θεωρία οριακής κατάστασης

margrave 1. α, ιστ, μαργράβος

margraviato 1. α, ιστ, φέουδο μαργράβου

marchar πρχ στρατιωτικό μαρς= ξεκινώ πορεία για κάπου

1. ρα, βαδίζω, περπατώ, marchaba lentamente junto a su padre,

περπάταγε αργά δίπλα στον πατέρα του

2. πορεύομαι για διαδηλωτές, στρατιώτες, los manifestantes marchan sobre la plaza,

οι διαδηλωτές πορεύονται προς την πλατεία

3. κινούμαι για όχημα, una moto marcha en dirección prohibida,

μια μηχανή κινείται αντίθετα στο ρεύμα

4. σημείο που πορεύομαι, βρίσκομαι, el piloto marcha en tercera posición,

o οδηγός ράλι βρίσκεται στη τρίτη θέση

5. δίνω μαρς απο κάπου= αναχωρώ, φεύγω, marchó a Europa, έφυγε για Ευρώπη

6. μτφ, λειτουργώ, πάω καλά, πως πορεύεται κάτι,

el reloj no marcha, το ρολόι δεν πάει καλά,

la tienda no marcha, το μαγαζί δεν πάει καλά

últimamente el coche marcha mal, τελευταία το αμάξι λειτουργεί χάλια

los negocios no marchan bien, οι επιχειρήσεις δεν πάνε καλά

7. ραντ, δίνω μαρς απο κάπου, αναχωρώ, φεύγω, tengo que marcharme, πρέπει να φύγω

se marchó de su casa cuando cumplió la mayoría de edad,

έφυγε απο το σπίτι του οταν έγινε ενήλικος, συμπλήρωσε τα 18

8. εκφ, ¡marchando!, παραγγελία σε μπαρ, έφτασε!

marchar algo solo, πάει από μόνο του

marcha πρχ μαρς, πράξη και αποτέλεσμα του marchar, marcharse

1. θ, αναχώρηση, ha anunciado su marcha del equipo,

ανακοίνωσε την αναχώρησή του από την ομάδα

2. ρυθμός, ταχύτητα, acelerar, reducir la marcha, επιταχύνω, επιβραδύνω τον ρυθμό

la locomotora iba perdiendo marcha a medida que se acercaba a la estación,

το τρένο έχανε ταχύτητα καθώς πλησίαζε στον σταθμό

3. λειτουργία μηχανής, Ιa buena marcha del automóvil,

η σωστή λειτουργία του αυτοκινήτου

4. πορεία γεγονότος, υπόθεσης, ¿cómo va la marcha del proyecto?

πως πάει η πορεία του πρότζεκτ;

ή πορεία ατόμου σε φέρσιμο, πράξη

5. πορεία ατόμων για κάτι, hubo una marcha por la paz, υπήρξε πορεία για την ειρήνη,

una marcha en contra de la guerra, μια πορεία ενάντια στον πόλεμο, αντιπολεμική πορεία

6. αυτ, ταχύτητα, su coche tiene cinco marchas, το αμάξι του έχει 5 ταχύτητες

7. αθλ, βάδισμα, βάδην

8. μσκ, εμβατήριο για μαρς

9. οικ, μτφ, μαρς ψυχικό= κέφι, διασκέδαση, al terminar el examen se fueron de marcha,

οταν τελείωσαν το τεστ έφυγαν για διασκέδαση

10. οικ, μτφ, κέφι ατόμου, la chica siempre lleva marcha, η κοπελιά πάντα έχει κέφι

11. σνθ, marcha atrás, μαρς προς τα πίσω, πορεία όπισθεν αυτοκινήτου, όπισθεν ταχύτητα,

ή μτφ, όπισθεν> τράβηγμα πριν την εκσπερμάτωση

marcha forzada, πρχ με μαρς φόρτσα> με εντατική πορεία, διπλο-βάρδια, χωρίς σταματημό,

estudiar a marchas forzadas, μελετάω εντατικά

marcha fúnebre, militar, nupcial, νεκρώσιμη, στρατιωτική, γαμήλια πομπή

marcha lenta, για κινητήρα, ρελαντί

ή για μουσική, εμβατήριο παρέλασης

12. εκφ, abrir la marcha, ανοίγω> ηγούμαι πορείας ατόμων, ζώων

a toda marcha, με φόρα, με χίλια, ha salido a toda marcha hacia el aeropuerto,

έχει φύγειο με χίλια προς το αεροδρόμιο

avanzar a buena marcha, προχωρώ με καλό ρυθμό

coger la marcha, πιάνω το μαρς> ρυθμό= συντονίζομαι με κάτι, παίρνω το κολάι,

poco a poco está cogiendo la marcha del negocio, σιγά σιγά παίρνει το κολάι του μαγαζιού

¡en marcha!, σε στρατιώτες, εμπρός μαρς!

en marcha, σε λειτουργία, se bajó del coche en marcha,

κατέβηκε από το αμάξι όταν ήταν εν κινήσει

ή μτφ, σε εξέλιξη, están en marcha las nuevas medidas, είναι σε εφαρμογή τα νέα μέτρα

dar, hacer marcha atrás, κάνω πίσω σε κάτι, αποσύρομαι, αποτραβιέμαι,

dieron marcha atrás con sus planes de boda, έκαναν πίσω με τα σχέδια τους για γάμο

no tener marcha atrás, δεν έχει μαρς πίσω= δεν έχει επιστροφή, πισωγύρισμα,

Tu decisión no tiene marcha atrás, Η απόφαση σου δεν έχει επιστροφή

tener marcha, έχει μαρς ψυχικό= για άτομο, έχει κέφι, είναι γλεντζές,

sus amigos tienen mucha marcha, οι φίλοι του έχουν πολύ κέφι

poner en marcha, θέτω σε μαρς= ξεκινώ, βάζω μπρος, σε κίνηση, για μηχανή, άτομο

ή θέτω σε εφαρμογή σχέδιο, poner en marcha un proyecto

sobre la marcha, επι της πορείας, κατά τη διάρκεια, ενόσω,

iremos tomando más decisiones sobre la marcha, de momento ya vale,

θα πάρουμε παραπάνω αποφάσεις επι της πορείας, για τώρα πλέον αρκεί

marchoso, sa πρχ με πολλή μαρς= κέφι

1. ε, οικ, για άτομο, κεφάτος, -η, -ο, του γλεντιού, es una chica muy marchosa,

είναι κορίτσι πολύ του γλεντιού

2. για μέρος, κεφάτος, -η, -ο, es el club nocturno más marchoso de la ciudad,

είναι το πιο κεφάτο νυκτερινό κλαμπ της πόλης

3. α θ, γλεντζές, ού

marchapié 1. α, ναυ, πρχ μαρς-ποδιών= διαβάθρα, πασαδούρος

Scroll to Top