MARAÑA

MARAÑA= ΠΡΧ ΦΥΤΟ ΜΑΡΑΝ-ΘΟΣ> ΜΤΦ ΚΛΩΝΑΡΑΚΙΑ ΣΑΝ ΜΠΕΡΔΕΜΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

maraña 1. θ, κουβάρι από μαλλιά, κλωστές, καλώδια,

una maraña de cables, ένα κουβάρι από καλώδια

2. μτφ, μπέρδεμα σε υπόθεση, en la película se cuenta una maraña de relaciones humanas,

στην ταινία διηγείται ένα μπέρδεμα από ανθρώπινες σχέσεις

3. μτφ, σωρός, συνονθύλευμα, una maraña de mentiras, ένα σωρό ψέματα,

Las ecuaciones matemáticas son una maraña de números que no entiendo,

Οι μαθηματικές εξισώσεις είναι ένα συνονθύλευμα αριθμών που δεν καταλαβαίνω

4. μτφ, παραμύθια, ¡lo que dice no son más que marañas!

αυτά που λέει δεν είναι παρά παραμύθια!

5. βοτ, ελαιόπρινος, λιόπουρνο

6. έδαφος με πυκνή βλάστηση από αγριόχορτα, πυκνό δάσος,

El caballero atravesó la maraña cortando las ramas con su espada,

Ο ιππότης έκοψε το πυκνό δάσος, κόβοντας τα κλαδιά με το σπαθί του

enmarañar 1. ρμ, ραντ, μπερδεύω μαλλί, κουβάρι, El gato enmarañó el ovillo de lana,

Η γάτα μπέρδεψε την μπάλα από μαλλί

con el viento se me enmaraña el pelo, με τον αέρα μου μπερδεύτηκε το μαλλί

2. μτφ, ραντ, ανακατώνω, μπερδεύω, περιπλέκω μια υπόθεση, ζήτημα,

su presencia enmarañó todavía más el asunto,

η παρουσία του μπέρδεψε περισσότερο την υπόθεση

este juicio se enmaraña día a día, αυτή η δίκη περιπλέκεται μέρα με την μέρα

3. ραντ, μτφ, για ουρανό, σκεπάζομαι με σύννεφα, συννεφιάζω,

por la tarde, el cielo se enmarañó y se puso a llover,

κατά το απόγευμα, ο ουρανός συννέφιασε και άρχισε να βρέχει

enmarañamiento 1. α, μπέρδεμα μαλλιού, κουβάρι

2. μτφ, περιπλοκή, μπλέξιμο, σύγχυση υπόθεσης

desenmarañar 1. ρμ, ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω μαλλί, κουβάρι

Con infinita paciencia y un cepillo, el padre desenmarañó el largo pelo de la niña,

Με άπειρη υπομονή και μια βούρτσα, ο πατέρας ξέμπλεξε τα μακριά μαλλιά του κοριτσιού

2. μτφ, ξεμπερδεύω, ξεδιαλύνω υπόθεση

Marañón 1. ονο, el río Marañón, o ποταμός Μαρανιόν

Scroll to Top