MAQUILLAJE

MAQUILLAJE= ΠΡΧ ΜΑΚΙΓΙΑΖ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

maquillaje 1. α, μακιγιάζ, ψιμύθιο, φτιασίδι

2. μτφ, μακιγιάζ, φτιάξιμο, μαγείρεμα, παραποίηση, αλλοίωση σε κάτι,

La empresa fue acusada de maquillaje de cuentas para evadir impuestos,

Η εταιρεία κατηγορήθηκε για φτιάξιμο λογαριασμών για να αποφύγει φόρους

ή με σκοπό την φοροδιαφυγή

3. εκφ, maquillaje corporal, μακιγιάζ σώματος

maquillaje de fondo, φον ντε τεν

maquillar 1. ρμ, ραντ, μακιγιάρω, μακιγιάρομαι, βάφομαι, φτιασιδώνομαι,

me maquillo siempre antes de salir, μακιγιάρομαι πάντα πριν να βγω

2. μτφ, μακιγιάρομαι στο πρόσωπο για μεταμφίεση, καμουφλάρω, -ομαι,

se maquilló de vieja y nadie la reconoció,

μακιγιαρίστηκε σαν γριά και κανείς δεν την αναγνώρισε

3. μτφ, μακιγιάρω, φτιάχνω, μαγειρεύω, παραποιώ, αλλοιώνω,

La empresa maquilló las cifras para su propio beneficio,

Η εταιρεία παραποίησε τα νούμερα για δικό της όφελος

maquillador, ra 1. α θ, μακιγιέρ, μακιγιέζ, ψιμυθιολόγος

desmaquillar 1. ρμ, ντε-μακιγιάρω, ξεβάφω, αφαιρώ το μακιγιάζ

desmaquiilador, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με το ντεμακιγιάζ, crema, loción desmaquillado, κρέμα, λοσιόν για ντεμακιγιάζ

desmaquiilador 1. α, ντεμακιγιάζ, ντεμακιγιάρισμα

Scroll to Top