MANTECA= ΠΡΧ ΜΑΝΔ-ΥΑΣ = ΛΙΠΟΣ, ΒΟΥΤΥΡΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
manteca πρχ μανδύας = λίπος
1. θ, ζωϊκό λίπος, manteca de cerdo, χοιρινό λίπος, λαρδί
2. φυτικό λίπος
3. λίπος ανθρώπου, παχάκια
4. οικ, μτφ, παράς
5. σνθ, manteca de cacahuete, de cacao, φυστικο-βούτυρο, βούτυρο κακάο
manteca requemada, μαύρο βούτυρο
6. εκφ, el que asó la manteca, οικ, μτφ, αυτός που έψησε το λίπος= πολύ χαζός,
αυτός που ξεσκόνιζε τους κουραμπιέδες
tener buenas mantecas, έχω παχάκια
mantecada 1. θ, κεκάκι με βούτυρο
mantecado 1. α, γλύκισμα με χοιρινό λίπος
2. παγωτό βανίλια
mantecoso, sa 1. ε, με πολύ μανδύα, κρεμώδης, -ης, -ες, λιπαρός, -ή, -ó,
queso mantecoso, κρεμώδες τυρί
2. με μανδύα λίπους= παχύρρευστος, -η, -o, chocolate mantecoso, παχύρρευστη σοκολάτα
mantequero 1. α, βουτυριέρα
mantequera 1. θ, βουτυριέρα
mantequería 1. θ, γαλακτοπωλείο
2. εργοστάσιο γαλακτοκομικών, γαλακτοκομείο
mantequero, ra 1. ε, γαλακτοκομικός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ό με το βούτυρο,
industria mantequera, γαλακτοβιομηχανία, βιομηχανία γαλακτοκομικών προϊόντων
botes mantequeros, δοχεία βουτύρου
3. α θ, γαλακτοκόμος, -ισσα
mantequilla 1. θ, βούτυρο
2. σνθ, mantequilla de cacahuete, φυστικο-βούτυρο
mantequilla salada, con sal, αλμυρό βούτυρο
mantequillera 1. θ, βουτυριέρα
desmantecar 1. ρμ, βγάζω μανδύα= αφαιρώ το λίπος, αποβουτυρώνω