MANIQUEO

MANIQUEO= ΠΡΧ ΜΑΝΙΧΑΙΚΟΣ

maniqueísmo 1. α, κυρ, μτφ, μανιχαϊσμός

maniqueo, a 1. ε, α θ, κυρ, μτφ, μανιχαϊστικός, -ή, -ó, μανιχαϊκός, -ή, -ό, μανιχαϊστής, -ια

Scroll to Top