MAMARRACHO= ΠΡΧ ΜΑ-ΜΑΡΑΤΣΟ> ΝΟΥ-ΜΕΡΑΤΟ> ΓΙΑ ΑΤΟΜΟ, ΠΡΑΓΜΑ ΓΕΛΟΙΟ,
ΜΤΦ ΝΟΥΜΕΡΟ, ΠΡΧ ΜΑΜΑ-ΤΣΟΣ> ΣΑΝ ΜΑΜΑΚΙΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mamarracho 1. α, για άτομο που ντύνεται σαν κλόουν, καραγκιόζης,
Vas hecha un mamarracho, ve a cambiarte de ropa,
Πας ντυμένη σαν κλόουν, πήγαινε να αλλάξεις ρούχα
2. που φέρεται σαν νούμερο, κλόουν, αστείος, γελοίος,
¡Si ese mamarracho vuelve a acercarse a mi hija, no respondo de mis actos!
Αν αυτός ο ηλίθιος πλησιάσει ξανά την κόρη μου, δεν είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου!
3. για βιβλίο, ταινία, φόλα, μάπα, πατάτα
4. για ζωγραφιά, αποτέλεσμα ή δημιουργία σαν νούμερο, καλλικατζούρα, χάος, χάλι,
¡Vaya mamarracho te hizo el peluquero en el pelo! Exígele que te devuelva el dinero,
Τι χάλι σου έκανε ο κομμωτής με τα μαλλιά σου! Ζήτησε του να σου επιστρέψει τα χρήματα
La cocina era un mamarracho, no vuelvo a dejar a los niños cocinar,
Η κουζίνα ήταν ένα χάος, δεν θα αφήσω ξανά τα παιδιά να μαγειρέψουν
5. εκφ, hacer el mamarracho, κάνω το νούμερο= χαζό, βλάκα
ser un mamarracho, γίνομαι γελοίος, κάνω τον γελοίο,
no seas mamarracho, μη γίνεσαι γελοίος
ή είμαι γελοίος, βλάκας, no quiero hablar con él porque es un mamarracho,
δεν θέλω να μιλήσω μαζί του γιατί είναι ένας γελοίος
mamarrachada 1. θ, πράξη από άτομο νούμερο= γελοιότητα, σαχλαμάρα, κουταμάρα,
tu proyecto es una mamarrachada, το πρότζεκτ σου είναι μια κουταμάρα
2. για βιβλίο, ταινία, φόλα, μάπα, πατάτα
3. για ζωγραφιά, καλλικατζούρα