MALO= ΠΡΧ ΜΕΛΑΝΟ> ΜΑΥΡΟ, ΚΑΚΟ, ΕΝΝΟΙΑ ΑΡΝΗΤΙΚΗ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
malaria 1. θ, ιατ, μαλάρια, ελονοσία, λόγω μελανών σημείων
malo πρχ μελανός
1. α, διάβολος
2. εκφ, malo, la de la película, o κακός, -ιά του έργου
3. επφ, κακό, για αποδοκιμασία σε κάτι, ύποπτο για κάτι κακό, κακό σημάδι!,
άσχημα τα πράγματα! me llamaron del trabajo, ¡malo!
με κάλεσαν απο την δουλειά, κακό!
malo, a πρχ μελανό
1. ε, για ποιότητα, la tela de vestido es mala, το ύφασμα του φορέματος είναι κακό
2. βλαβερός, -ή, -ό, κακός, -ή, -ό για υγεία, el tabaco es malo para la salud
ο καπνός είναι κακός για την υγεία
3. κακός, -ή, -ό ηθικά, λογικά, ha adoptado una mala actitud,
έχει υιοθετήσει μια κακή στάση
4. που προκαλεί ενόχληση, λύπη, κακός, -ή, -ό, una mala noticia, μια κακή είδηση
5. που προκαλεί δυσκολία, δύσκολος, -ή, -ό, tiene un pelo malo, έχει ενα μαλλί δύσκολο
6. για υλικό με κακή κατάσταση, φθορά, φθαρμένος, -η, -ο, χαλασμένος, -η, -ο,
la comida está mala, tírala, το φαγητό είναι χαλασμένο, πέταξε το
7. άρρωστος, -η, -ο, tengo el niño malo en la cama, έχω το παιδί άρρωστο στο κρεβάτι
8. για παιδί ανήσυχο, σκανταλιάρικο, με κακή συμπεριφορά, κακότροπος, -ή, -ό,
el niño es malo, το παιδί είναι κακότροπο
9. με ζωή, συνήθειες κακές, κακόβουλος, -η, -ο, es una persona mala,
είναι ενα άτομο κακόβουλο
10. δείχνει μικρή πιθανότητα να γίνει κάτι, απίθανος, -ή, -ό,
será malo que llueva, θα είναι απίθανο να βρέξει
11. σνθ, mal de montaña, ιατ, ασθένεια του βουνού
mal de ojo, κακό μάτι
mal de orina, ιατ, ακράτεια
mal caduco, de corazón, επιληψία
mal de amores, ερωτο-πληξία
mal de la piedra, ατκ, αποσύνθεση επιφάνειας της πέτρας
mal de la rosa ιατ πελάγρα
mal de las vacas locas ιατ νόσος των τρελών αγελάδων
mal de la tierra νοσταλγία της πατρίδας
mal de madre, ψυχ, υστερία
mal francés, ιατ, σύφιλη
12. εκφ, ¡mal haya!, κατάρα!, ανάθεμα!
no hay mal que cien años dure, πρμ, κανένα κακό δεν κρατά για 100 χρόνια> πάντα
no hay mal que por bien no venga, πρμ, ουδέν κακό αμιγές καλού
por mal que venga, στη χειρότερη περίπτωση
acogerse al mal menor, πιάνομαι στο μικρό κακό> το μη χείρον βέλτιστο
a grandes males, grandes remedios, πρμ, όσο μεγαλύτερη αρρώστια, τόσο μεγάλο φάρμακο
del mal, el menos, το μικρότερο από δύο κακά
echarle el mal de ojo a alguien, ματιάζω κάποιον
llevar su mal con paciencia, υπομένω τη δυστυχία μου
ser un mal a medias, είναι ενα κακό μισό> θα μπορούσε να είναι χειρότερα
ser un mal menor, μικρό το κακό
poner malo a alguien, μτφ, αρρωσταίνω κάποιον
ponerse de, a malas con alguien, πρχ γίνομαι μαλλιά κουβάρια, μαλώνω με κάποιον
por las malas, με τις κακές= με το ζόρι, αναγκαστικά
venir de malas, βαίνω με κακές προθέσεις= έχω κακό σκοπό
estar de, a malas con alguien, στέκω στις κακές= είμαι στα μαχαίρια με κάποιον
estar mala, οικ, μτφ, είμαι αδιάθετη, έχω τα έμμηνά μου
estar malo, στέκω κακός= είμαι άρρωστος ή είμαι χαλασμένος
lo malo es que… το κακό είναι ότι…
mal 1. ε, άσχημος, -η, -ο, κακός, -ή, -ό, πριν απο αρσενικό, mal día, άσχημη μέρα
mal πρχ μελανά= κακώς, άσχημα
1. επρ, με τρόπο λανθασμένο, λάθος, lo entiendo mal, το καταλαβαίνω λάθος
2. με τρόπο ελλιπή, la casa está mal iluminada, το σπίτι είναι κακώς= λίγο φωτισμένη
3. με κακό αποτέλεσμα, el partido fue mal, το παχνίδι πήγε άσχημα, κακά
4. εκφ, δεν νιώθω άνετα, me encontraba mal en la fiesta, δεν ένιωθα άνετα στην εορτή
estar a mal con alguien, στέκω κακά= δεν τα πηγαίνω καλά με κάποιον
estar mal, στέκω κακά= δεν αισθάνομαι καλά (απο υγεία)
στέκει κακώς για κάτι= el escrito está mal, το γραπτό είναι κακώς γραμμένο
estar mal hecho, για υλικό, είναι κακώς-φτιαγμένο
για ηθική, eso está mal hecho, αυτό είναι κακώς πραγμένο ηθικά
hacer algo mal, κάνω κάτι λάθος
hacer mal a alguien, κάνω κακό σε κάποιον
andar mal de, βαδίζω κακώς απο κάτι= στερούμαι, μου λείπει
caer, venir mal, κάθεται, έρχεται κακά κάτι= δε με βολεύει
decir, hablar mal de alguien, μιλάω άσχημα για κάποιον, κακολογώ κάποιον
de mal en peor, από το κακό στο χειρότερο
encontrarse mal, βρίσκομαι κακά= για άρρωστο, δεν αισθάνομαι καλά
¿te encuentras mal? δεν αισθάνεσαι καλά;
hacer mal en hacer algo, πράττω κακώς= έχω άδικο που κάνω κάτι
irle algo mal a alguien, κάτι πάει άσχημα σε κάποιον
llevar a mal, παίρνω άσχημα
mal que bien, καλώς ή κακώς
¡menos mal! ευτυχώς!, πάλι καλά!
menos mal que, ευτυχώς που
no estar nada mal, δεν στέκει καθόλου κακά κάτι= δεν είναι καθόλου κακό
tomar a mal, παρ-εξηγώ, παίρνω κακά= στραβά
malamente πρχ μελανότατα= κάκιστα
1. κάκιστα, πολύ άσχημα, te oigo malamente, σε ακούω καλά κάκιστα
maldad 1. θ, πρχ μελανότητα= κακία, su maldad es diabólica, η κακία του είναι διαβολική
malilla 1. θ, μτφ, παιγνίδι τράπουλας, λόγω μελανών καρτών
malucho, cha 1. ε, οικ, πρχ μελαν-ούτσικο= αρρωστούλης, -α, -ικο
malear 1. ρμ, μελανώνω κάποιον σε ήθος= διαφθείρω, διαστρέφω ηθικά
2. μτφ, κάνω μελανό το τρόφιμο= χαλάω
3. ραντ, διαφθείρομαι ηθικά
4. χαλιέται τρόφιμο
maleamiento 1. α, πρχ μελάνωμα= διαφθορά ηθική
2. χάλασμα σε τρόφιμα
maleado, da 1. ε, πρχ μελανιασμένος ηθικά= διεφθαρμένος, -η, -ο, διεστραμμένος, -η, -ο
2. χαλασμένος, -η, -ο
maleante 1. α θ, μελανός ηθικά= κακοποιός
2. ε, που προκαλεί φθορά σε ηθική ή τρόφιμο
maleza πρχ μολόχα φυτό
1. θ, χαμόκλαδα
2. βάτος
3. πρχ μελανά= ζιζάνια
malicia πρχ μελανότητα στις πράξεις, σκέψεις
1. θ, κακοβουλία, actúa con mucha malicia porque le gusta vernos sufrir,
ενεργεί με πολύ κακοβουλία γιατί του αρέσει να μας βλέπει να υποφέρουμε
2. μτφ, ικανότητα να βλέπω τις μελανές προθέσεις= πονηριά,
si tuvieras malicia, habrías visto sus intenciones,
αν είχες πονηριά, θα είχες δεί τις προθέσεις του
3. ερμηνεία μελανή των καταστάσεων, λόγων= κακεντρέχεια,
no debes ver en esos chistes ninguna malicia,
δεν πρέπει να βλέπεις σε αυτά τα αστεία καμιά κακεντρέχεια
4. μτφ, μελανότητα στις πράξεις= τσαχπινιά, σκανταλιά
5. διαστροφή, el asesino sonreía con malicia, ο δολοφόνος γέλαγε με διαστροφή
6. υποψία, tengo mis malicias de que fue él quien lo hizo,
έχω τις υποψίες μου πως ήταν αυτός που το έκανε
maliciar
1. ρμ, ραντ, υποπτεύομαι, σαν να βλέπω τα μελανά σημεία, παγίδες,
yo ya me maliciaba algo así, εγώ ήδη υποπτευόμουν κάτι τέτοιο
ή maliciarse de, σκέφτομαι μελανά> υποψιάζομαι, επιφυλάσσομαι για, κρατάω πισινή για,
me malicio de sus intenciones, επιφυλάσσομαι για τις προθέσεις του
2. ρμ, μελανώνω ήθος κάποιου= διαφθείρω, χειραγωγώ, χαλάω,
sus nuevos amigos lo están maliciando, οι νέοι φίλοι του τον διέφθειραν
3. ρμ, ραντ, χαλάω υλικό, ζημιώνομαι, καταστρέφομαι
maliciable 1. ε, ύποπτος, -η, -ο, με μελανά σημεία
2. χειραγωγήσιμός, -η, -ο, που διαφθείρεται
maliciosamente με μελανή πρόθεση, τρόπο
1. επρ, κακόβουλα, κακοπροαίρετα
2. μτφ, πονηρά
3. μτφ, βλέπω τα μελανά σημεία= οξυδερκώς
malicioso, sa 1. ε, κακόβουλος, -η, -ο, πράττει μελανά
2. πονηρός, -ή, -ό, κινείται με μελανή πρόθεση
3. οξυδερκής, -ής -ές, βλέπει τα μελανά σημεία
malapata πρχ μελανό-πάτημα
1. θ, οικ, κακοτυχία, αναποδιά, γκίνια
2. α θ, για άτομο με κακό-πάτημα= άγαρμπος, -η, ατσούμπαλος, -η
malasangre πρχ μελανο-αίμα= με σκέψη, ιδιοσυγκρασία μελανή
1. ε, μτφ, κακόβουλος, -η, -ο, κακοπροαίρετος, -η, -ο
2. θ, κακεντρέχεια
3. α θ, παλιοχαρακτήρας
malasombra πρχ μελανη-σκιά
1. α θ, για άτομο με κακή πρόθεση
2. άχαρος, -η
malaúva πρχ μελανη-βουλη
1. θ, οικ, πρχ κακοβουλία, κακεντρέχεια
2. α θ, δυσάρεστος, κακόβουλος άνθρωπος
malagana 1. θ, οικ, πρχ μαλακώνω σε δυνάμεις= λιπο-θυμία
malacuenda 1. θ, πρχ μελανο-σακίδιο= λιάτσα, σάκων
malange, malaje πρχ μελ-άγγελος= μαυρ-άγγελος
1. α, για άτομο, δυσάρεστος, -η, -ο
malinas 1. θ, δαντέλα του Μαλίν
comalia 1. θ, κτν, πρχ κο> υγρο-μελία= υδρωπικία των προβάτων
enhoramala 1. επρ, πρχ εν-ώρα-κακή= άσχημη στιγμή, enhoramala habló,
μίλησε σε άσχημη στιγμή
faramalla πρχ παρα-μιλα= λόγια ψεύτικα, πρχ φάρα-μελανή= άτομο μελανής πράξης, κακός
πρχ φού-μα-ρα> παραμύθι για να με εξαπατήσεις
1. θ, οικ, παρα-μύθι= απατηλά λόγια ή πράγμα ψεύτικο,
Ella le cuenta su faramalla y su visita a Solís mientras su yerno la mira sorprendido,
Αυτή του λέει το παραμύθι της και την επίσκεψή της στο Solís ενώ ο γαμπρός της
την κοιτάζει έκπληκτος
2. α θ, παρα-μυθάς= απατεώνας
marojo 1. α, βοτ, πρχ μελα-ώψ> μελανο-ματο= γκι με κόκκινους καρπούς
melojo 1. α, βοτ, βελανιδιά Πυρηναίων
melojar 1. α, δάσος με βελανιδιές