MAGRO

MAGRO= ΠΡΧ ΜΑΚΡΟ, ΜΑΚΡΑΙΝΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

macro 1. α, πλφ, μακρο-εντολή

macrobio, bia 1. ε, μακρόβιος, -α, -o

macrobiótica 1. θ, μακροβιοτική

macrobiótico, ca 1. ε, μακροβιοτικός, -ή, -ó

macrobiotismo 1. α, μακρο-βιοτισμός, διατροφικές συνήθειες βασισμένες στη μακροβιοτική

macrocárcel 1. θ, μεγάλη φυλακή

macrocardia 1. θ, ιατ, καρδιακή υπερτροφία

macrocarpa 1. θ, βοτ, κυπαρίσσι μακρόκαρπο

macrocefalia 1. θ, ιατ, μακροκεφαλία

macrocéfalo, la 1. ε, α θ, ιατ, μακροκέφαλος, -η, -o, άτομο με μακροκεφαλία

macroconcierto 1. α, μακρο-κοντσιερτο= μεγάλη συναυλία

macrocosmos, macrocosmo 1. α, μακρόκοσμος

macrodactilia 1. θ, ιατ, μακροδακτυλία

macrodáctilo, la 1. ε, ζωλ, μακροδάκτυλος, -η, -o

macrodepuradora 1. θ, πρχ μακρο-δια-πυρο-τηρ= μεγάλος σταθμός μονάδα καθαρισμού

macrodiscoteca 1. θ, μεγάλη ντισκοτέκ

macroeconomía 1. θ, οκν, μακροοικονομία

macroeconómico, ca 1. ε, μακροοικονομικός, -ή, -ó

macroempresa 1. θ, μεγάλη επιχείρηση

macroencuesta 1. θ, μεγάλη έρευνα

macrófago, ga 1. ε, βιο, μακροφάγος, -α, -o.

macrófago 1. α, μακροφάγο κύτταρο

macrofestival 1. α, μεγάλο φεστιβάλ

macrofotografía 1. θ, μακροφωτογραφία

macroftalmía 1. θ, ιατ, μακροφθαλμία

macrogameto 1. α, βιο, μακρογαμέτης

macroinstrucción 1. θ, πλφ, μακροεντολή

macrojuicio 1. α, νομ, μακρά δικαστική διαδικασία

macromagnitud 1. θ, οκν, μακροοικονομικό μέγεθος

macromolécula 1. θ, μακρο-μόριο

macromolecular 1. ε, μακρομοριακός, -ή, -ó

macroplancton 1. α, μακροπλαγκτόν

macrópodo, da 1. ε, ζωλ, μακρόποδος, -η, -o

macrópodo 1. α, μακρόποδα

macroproceso 1. α, νομ, μακρά δικαστική διαδικασία

macroproyecto 1. α, μεγάλο έργο

macropsia 1. θ, ιατ, μακροψία

macrorrinia 1. θ, ιατ, υπερτροφία της μύτης

macroscélido 1. α, μακροσκελίδεο

macroscópico, ca 1. ε, μακροσκοπικός, -ή, -ó.

macrosegmento 1. α, φων, υπερτεμαχιακό στοιχείο

macrospora 1. θ, βοτ, μακρόσπορο

macrosporangio 1. α, δομή με μακρόσπορα.

macrostomía 1. θ, ιατ, μακροστομία

macrozoom 1. α, φωτ, μακροεστίαση

macruro 1. α, ζωλ, μαλακόστρακο μακρύουρο

paramecio 1. α, βιο, παραμήκιο

magra 1. θ, φέτα ζαμπόν, σαν μακριά

magrear 1. ρμ, χυδ, πρχ απλώνω το μακρύ χέρι μου= μπαλαμουτιάζω, χουφτώνω

2. ραντ, χυδ, πρχ χα-μουρεύομαι ή μπαλάμουτιάζομαι, χουφτώνομαι με κάποιον

magreo 1. α, οικ, μτφ, χαμούρεμα

2. χούφτωμα, μπαλαμούτι

magro, gra 1. ε, για άτομο με μακρύ σώμα, αδύνατος, -η, -ο, ισχνός, -ή, -ό

el cáncer le dejó magro, ο καρκίνος τον άφησε ισχνό

2. για κρέας μακρύ, χωρίς λίπος, άλιπος, -η, -ο, άπαχος, -η, -ο,

carne magra, άπαχο κρέας

3. μτφ, για οφέλη, αποτελέσματα, πενιχρός, -ή, -ó,

recibió una magra herencia, έλαβε μια πενιχρή κληρονομιά

magro 1. α, χοιρινό φιλέτο από τη ράχη του ζώου με λιγότερο λίπος,

preparó arroz con magro y verduras, έφτιαξε ρύζι με χοιρινό φιλέτο και λαχανικά

magrura πρχ μακρότητα

1. θ, ισχνότητα σώματος

2. πενιχρότητα σε αποτέλεσμα, όφελος

3. απαχότητα, αλιπότητα κρέατος

macilento, ta πρχ μακρουλατο

1. ε, για άτομο, αδύνατος, -η, -o, ισχνός, -ή, -ó, άσαρκος, -η, -o,

rostro macilento, αδύνατο πρόσωπο

2. για χρώμα δέρματος, χλωμός, -ή, -ό, ωχρός, -ή, -ό, πελιδνός, -ή, -ό,

aspecto macilento y enfermizo, όψη χλωμή και αρρωστιάρικη

piel macilenta, ωχρό, χλωμό δέρμα

3. μτφ, για φώς, θαμπός, -ή, -ó, luz macilenta, θαμπό φως

demacrar 1. ρμ, πρχ δια-μακραίνω σωματικά απο αρρώστια φυσική, ψυχική,

αδυνατίζω, απισχναίνω, αποστεώνω, la enfermedad lo demacró mucho,

η αρρώστια τον αδυνάτισε πολύ

2. ραντ, αδυνατίζω, απισχναίνομαι, αποστεώνομαι, se demacró en cuatro días,

αποστεώθηκε σε 4 ημέρες

demacración 1. θ, απίσχνανση, αποστέωση, λαθράκιασμα

demacrado, da πρχ δια-μακρυσμένος σωματικά, με όψη ωχρή

1. ε, κάτισχνος, -η, -ο, οστεώδης, -ης, -ες, άσαρκος, -η, -o,

rostro demacrado, κάτισχνο πρόσωπο

las anoréxicas presentan un aspecto demacrado,

οι ανορεκτικές παρουσιάζουν μια όψη κάτισχνη

emaciación πρχ εκ-μάκρυνση σώματος

1. θ, ιατ, απίσχναση, αποσκελέτωση

emaciado, da 1. ε, ιατ, απισχνασμένος, -η, -o, αποσκελετωμένος, -η, -o

Scroll to Top