MACHO

MACHO= ΠΡΧ ΜΑΤΣΟ> ΜΥΣ> ΑΝΤΡΑΣ, ΑΡΣΕΝΙΚΟ, ΠΡΧ ΜΑΣΙΣΤΑΣ> ΜΥΩΔΗΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

masculino 1. α, πρχ μούσκουλο> μυς= γρμ, αρσενικό γένος, El masculino de actriz es actor,

Το αρσενικό της ηθοποιού είναι ο ηθοποιός

masculino, na 1. ε, για γένος, φύλο, αρσενικός, -ή, -ó, ανδρικός, -ή, -ó,

un adjetivo masculino, επίθετο γένους αρσενικού

el género masculino, το αρσενικό φύλο, γένος

2. ανδρικός, -ή, -ό, ανδροπρεπής, -ής, -ές, αρρενωπός, -ή, -ό,

una colonia muy masculina, μια πολύ ανδρική κολόνια

Sorprendentemente, Adriana tiene una voz muy masculina,

Παραδόξως, η Αντριάνα έχει πολύ αρρενωπή φωνή

masculinidad 1. θ, ανδρισμός, ανδρικότητα, αρρενωπότητα,

En el pasado, el honor era un componente de peso en la masculinidad,

Στο παρελθόν, η τιμή ήταν ένα συστατικό με βαρύτητα στην αρρενωπότητα

masculinizar 1. ρμ, πρχ δίνω μούσκουλα= αρρενοποιώ, προκαλώ αρρενοποίηση,

ανδροποιώ, ανδροπρεπίζω, El director masculinizó al personaje principal,

Ο σκηνοθέτης ανδροποίησε τον πρωταγωνιστή

masculinización 1. θ, αρρενοποίηση, ανδροποίηση

emascular 1. ρμ, εκ-κόβω τα μούσκουλα> όρχεις= ευνουχίζω άνθρωπο, ζώο,

Los castrati eran cantantes masculinos que habían sido emasculados,

Οι Καστράτι ήταν άνδρες τραγουδιστές που είχαν ευνουχιστεί

emasculación 1. θ, ευνουχισμός

macho πρχ μύς, αρσενικό, προεξοχή σαν μόριο αντρικό

1. ε, για ζώο, φύλο, αρσενικός, -ή, -ó, una foca, ardilla macho,

μια φώκια, σκίουρος αρσενικός

2. ε, οικ, για άνδρα, αρρενωπός, -ή, -ó, ανδροπρεπής, -ής, -ές,

Se cree muy macho, νομίζει ότι είναι πολύ αρρενωπός, άντρας

3. ε, τχν, αρσενικός, -ή, -ό

4. α, για φυτό, αρσενικό

5. ζωλ, μουλάρι, La mayoría de los machos no se pueden reproducir,

Τα περισσότερα μουλάρια δεν μπορούν να αναπαραχθούν

6. αρσενική κόπιτσα, macho de corchete

7. μτφ, φούντα στο τελείωμα παντελονιού ταυρομάχων, σαν μύς

8. οικ, μτφ, άντρακλας, Correr la maratón no es nada para un macho como tú,

Το να τρέξεις σε μαραθώνιο δεν είναι τίποτα για έναν άντρακλα σαν εσένα

9. ηκλ, αρσενικό φις, βύσμα

10. ηκλ, ακροδέκτης

11. τχν, αρσενικό μέρος

12. τχν, τόρμος, μικρή προεξοχή, ξύλινο ή μεταλλικό δόντι οργάνου

13. ατκ, ορθοστάτης, αντηρίδα, αντιστήριγμα

14. σνθ, macho cabrío, τράγος

macho de aterrajar, de roscar, βιδολόγος

macho romo, γίννος

15. εκφ, atarse, apretarse los machos, οικ, πιέζω τους μύς= βάζω τα δυνατά μου για κάτι

macho 1. επφ, μτφ, δικέ μου, ¡macho, a ver si te callas! κλείσ’ το επιτέλους, δικέ μου!

macha 1. ζωλ, πρχ μαλάκιο, είδος βρώσιμου μαλακίου της Χιλής, Περού

2. οικ, μτφ, πρχ μεθύσι

3. οικ, μτφ, αντρο-γυναίκα, La gente cree que todas las lesbianas son machas,

Ο κόσμος νομίζει ότι όλες οι λεσβίες είναι αντρο-γυναίκες

machada 1. θ, κοπάδι από τράγους

2. οικ, μτφ, πρχ μαγκιά, ανοησία, βλακεία, Fue una machada lo que hizo Ernesto,

Ήταν μια ανοησία αυτό που έκανε ο Ερνέστο

3. οικ, μτφ, πρχ μαγκιά, αντριλίκι, hizo la machada de subir ahí arriba,

έκανε την μαγκιά να ανεβεί εκεί ψηλά

machón 1. α, ατκ, μτφ, ορθοστάτης, αντηρίδα, αντιστήριγμα, σαν μυς, ξύλο

machorro, rra 1. ε, για ζώο, στείρος, -α, -o

2. χυδ, υτμ, μτφ, αντρογυναίκα

machorra 1. α, για ζώο θηλυκό, στείρα, επειδή δεν γεννά μυς= ζώα

machota 1. θ, αντρογυναίκα

machote, ta 1. ε, α θ, πολύ αρρενωπός, -ή, -ó, ανδροπρεπής, -ής, -ές, αγοροκόριτσος,

¿Quién es esa machota? – Es mi hermana,

Ποιος είναι αυτός ο αγοροκόριτσος; -Είναι η αδερφή μου

2. οικ, μτφ, γενναίος, -α, -ο, θαρραλέος, -α, -ο, Ven y pelea conmigo si eres tan machote,

Έλα και πάλεψε μαζί μου αν είσαι τόσο θαρραλέος

3. εκφ, dárselas de machote, κάνω το σκληρό αντράκι, νταή, καμπόσο

machote, ta 1. α θ, μτφ, παλικαράκι, αντράκι, μαγκάκι,

No actúes como un machote. Son más y te van a moler a golpes,

Μην κάνεις το μαγκάκι. Είναι περισσότεροι και θα σε τουλουμιάσουν

machismo 1. α, πρχ μυισμός= ανδρικός σωβινισμός, φαλλοκρατία

Las mujeres a menudo tienen que luchar contra el machismo en el trabajo,

Οι γυναίκες συχνά πρέπει να καταπολεμούν την φαλλοκρατία στην εργασία

machista 1. ε, α θ, σωβινιστικός, -ή, -ό, άνδρας σωβινιστής, φαλλοκράτης

machear 1. ρα, για ζώα, ο αρσενικός την θηλυκή, γονιμοποιώ

2. για ζώο, γεννώ αρσενικό, la vaca ha macheado, η αγελάδα γέννησε αρσενικό

3. οικ, μτφ, κάνω τον μυώδη= κάνω το αντράκι, νταή, σκληρό,

ante las chicas se pone a machear, μπροστά στα κορίτσια, κάνει το σκληρό

machihembrar 1. ρμ, ξυλ, θηλυκώνω

machihembrado 1. α, ξυλ, μτφ, θηλύκωμα, εντορμία, ραμποτέ

Scroll to Top