LUTERO= ΠΡΧ ΛΟΥΘΗΡΟΣ
Lutero 1. ονο, Λούθηρος
luteranismo 1. α, θρη, λουθηρανισμός
luterano, na 1. ε, α θ, λουθηρανικός, -ή, -ó, λουθηρανός, λουθηρανή
LUTERO= ΠΡΧ ΛΟΥΘΗΡΟΣ
Lutero 1. ονο, Λούθηρος
luteranismo 1. α, θρη, λουθηρανισμός
luterano, na 1. ε, α θ, λουθηρανικός, -ή, -ó, λουθηρανός, λουθηρανή