LUJO= ΠΡΧ ΛΟΥΣΟ, ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lujo 1. α, κυρ, μτφ, πρχ λούσο= πολυτέλεια, vive en el lujo, ζει στην πολυτέλεια,
hotel de lujo, ξενοδοχείο πολυτελείας
2. μτφ, πολυτέλεια για κάποιον, es un lujo para mí, είναι μια πολυτέλεια για μένα
3. μτφ, κάτι με ποιότητα, εκλεκτό, un invitado de lujo, ένας εκλεκτός προσκεκλημένος
4. σνθ, lujo asiático, εξεζητημένη πολυτέλεια, χλιδή
5. εκφ, con todo lujo de detalles, με όλες τις λεπτομέρειες,
me lo explicó con todo lujo de detalles, μου το εξήγησε με όλες τις λεπτομέρειες
permitirse el lujo de hacer algo, επιτρέπω στον εαυτό μου την πολυτέλεια να κάνει κάτι
con lujo de, με λούσο > με πολύ, El personal del hotel nos atendió con lujo de atenciones
Το προσωπικό του ξενοδοχείου μας αντιμετώπισε με πολύ προσοχή
superlujo 1. α, υπερ-πολυτέλεια, χλιδή
lujoso, sa 1. ε, πρχ λουσάτο= πολυτελής, -ής, -ές, El rey vive en un lujoso palacio,
Ο βασιλιάς ζει σε ένα πολυτελές παλάτι
lujosamente 1. επρ, πολυτελώς
lujuria 1. θ, πρχ λούσο σαν υπερβολή ερωτική= λαγνεία για σαρκικά πάθη, ακολασία,
Lo hizo solo por satisfacer su lujuria, Το έκανε μόνο για να ικανοποιήσει την λαγνεία του
2. λούσο σαν ποσότητα μεγάλη σε κάτι, υπερβολή σε κάτι,
África ofrece una lujuria de aromas exóticos para el visitante europeo,
η Αφρική προσφέρει μια υπερβολή απο αρώματα εξωτικά για τον ευρωπαίο επισκέπτη
lujuriante 1. ε, για άτομο, λάγνος, -α, -ο, ακόλαστος, -η, -ο
2. άφθονος, -η, -ο, πυκνός, -ή, -ό, lujuriante vegetación, πυκνή βλάστηση
lujuriar 1. ρα, πρχ λουχουρ> λαχταρώ, ρέπω στη λαγνεία, επιθυμώ λάγνα κάποιον,
Es pecado lujuriar a la mujer de tu prójimo,
Είναι αμαρτία να λαχταράς, επιθυμείς τη γυναίκα του πλησίον σου
2. για ζώα, ζευγαρώνω
lujurioso, sa 1. ε, α θ, λάγνος, -α, -ο, ακόλαστος, -η, -o
lucha 1. θ, πρχ λουτσα> πα-λαιστής ή πρχ πά-λη= κυρ, μτφ, πάλη, αγώνας,
La lucha duró tres horas, ο αγώνας διήρκησε 3 ώρες
Me gusta ver lucha en la televisión, Μου αρέσει να βλέπω πάλη στην τηλεόραση
Nunca abandonaré mi lucha por sobrevivir,
Δεν θα εγκαταλείψω ποτέ τον αγώνα μου για επιβίωση
2. μάχη, lucha entre dos ejércitos, μάχη μεταξύ 2 στρατών
3. αθλ, στο μπάσκετ, διεκδίκηση μπάλας από δύο ή περισσότερους παίκτες
4. πάλη, καυγάς, a la salida del cine presenciamos una lucha terrible entre dos jóvenes,
Στην έξοδο του κινηματογράφου γίναμε μάρτυρες ενός τρομερού καβγά μεταξύ δύο νέων
5. διαμάχη, αντίθεση, σύγκρουση, su discurso evidenció las luchas internas del partido,
Η ομιλία του αποκάλυψε τις εσωτερικές συγκρούσεις στο κόμμα
6. σνθ, lucha libre, grecorromana, ελεύθερη, ελευθέρα πάλη, ελληνορωμαϊκή πάλη
lucha armada, ένοπλη διαμάχη
lucha de clases, πάλη των τάξεων
luchador, ra 1. ε, μαχητικός, -ή, -ó, María es una persona muy luchadora que nunca se rinde,
Η Μαρία είναι ένας πολύ μαχητικός άνθρωπος που δεν τα παρατάει ποτέ
2. κυρ, μτφ, παλαιστής, -ια, αγωνιστής, -ια, luchador de sumo, παλαιστής του σούμο
El luchador ganó el combate tras derrotar a su contrincante,
Ο παλαιστής κέρδισε τον αγώνα αφού νίκησε τον αντίπαλό του
3. μαχητής, -ια, Un luchador no deja que nadie se interponga en su camino,
Ένας μαχητής δεν αφήνει κανέναν να παρέμβει, να μπει εμπόδιο στο δρόμο του
luchar πρχ λουτσαρ> πα-λαιστης> να παλέψω
1. ρα, παλεύω με σώμα, luchar cuerpo a cuerpo, παλεύω σώμα με σώμα
los leones luchaban para comerse a su presa,
Τα λιοντάρια πάλευαν για να φάνε τη λεία τους
2. μάχομαι με όπλα
3. αγωνίζομαι, παλεύω για κάτι, luchar contra el narcotráfico,
παλεύω κόντρα στην διακίνηση ναρκωτικών
ha luchado para alcanzar esa posición económica,
πάλεψε για να φτάσει αυτή την οικονομική θέση
πάντα πάλεψε για να πετύχει καλά αποτελέσματα
luchó por sus hijos, αγωνίστηκε για τα παιδιά της
4. αθλ, παλεύω, Kyle Snyder luchó en los Juegos Olímpicos y ganó la medalla de oro,
Ο Κάιλ Σνάιντερ πάλεψε στους Ολυμπιακούς Αγώνες και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο
luchón, ona 1. ε, οικ, μαχητής, -ια
luxación 1. θ, ιατ, πρχ λουξασιον> να αλλάξει θέση το οστό= παρεκτόπιση, εξάρθρωση
luxarse 1. ραντ, λουχαρω> να αλλάξω θέση σε οστό= μετατοπίζομαι, εξαρθρώνομαι,
me he luxado el hombro, εξαρθρώθηκε ο ώμος μου, έβγαλα τον ώμο μου
2. για οστό, άρθρωση, se le luxó la cadera, μετατοπίστηκε το ισχίο του
lujación 1. θ, εξάρθρωση, παρεκτόπιση
ineluctable 1. ε, πρχ αν-άλλακτος ή α-πάλευτος= αναπόφευκτος, -η, -ο, μοιραίος, -α, -ο,
destino ineluctable, μοίρα αναπόφευκτη
reluctante 1. ε, πρχ απαρ-άλλακτος σε κάτι= απρόθυμος, -η, -ο, επιφυλακτικός, -ή, -ό,
se mostró reluctante a la venta de las acciones, έδειξε απρόθυμος για πώληση των μετοχών
reluctancia 1. θ, ηκλ, μαγνητική αντίσταση