LÚDICO= ΠΡΧ ΛΟΙΔΟΡΙΑ> ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ ΠΡΟΣ ΚΑΠΟΙΟΝ, ΠΑΙΧΝΙΔΙ, ΠΡΧ ΠΡΕ-ΛΟΥΔΙΟ,
ΠΡΧ ΚΩΠΗ-ΛΑΤΩ= ΚΙΝΩ, ΠΡΧ ΛΟΤΤΟ> ΠΑΙΧΝΙΔΙ, ΠΡΧ ΛΟΥΣΑ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
preludio πρχ πρε-λούδιο, πρχ προ-λατώ κάτι> προ-εισάγω
1. μσκ, πρελούδιο, πρελούντιο, Los preludios para piano de Chopin, llegan al alma,
Τα πρελούδια για πιάνο του Σοπέν, αγγίζουν την ψυχή
2. προ-μήνυμα, προ-άγγελμα, προοίμιο, El director dirigió unas palabras a los estudiantes a manera de preludio de la ceremonia de graduación, Ο διευθυντής απηύθυνε χαιρετισμό στους μαθητές ως προοίμιο της τελετής αποφοίτησης
preludiar 1. ρμ, μτφ, προμηνύω, προαγγέλλω, el fuerte viento preludió el invierno,
ο δυνατός άνεμος προ-ανήγγειλε τον χειμώνα
2. ρα, μσκ, δοκιμάζω φωνή, όργανο
interludio 1. α, ιντερλούδιο
ludibrio πρχ λουδιβριο> λοιδορία
1. α, λοιδορία, χλεύη προς κάποιον, περιφρόνηση, κοροϊδία,
Su sugerencia fue recibida con ludibrio por parte de sus colegas,
Η πρότασή του έγινε δεκτή με χλευασμό από τους συναδέλφους του
2. περίγελως, era el ludibrio del pueblo, ήταν o περίγελος του χωριού
lúdico, ca πρχ λουντικο> λόττο> παιχνίδι
1. ε, παιγνιώδης, -ης, -ες, actividades lúdicas, παιγνιώδης δραστηριότητες
ludópata 1. α θ, πρχ λοττο> παιγνιο-παθής= παθολογικός, -ή τζογαδόρος
ludopatía 1. θ, παιγνιο-παθεία= εθισμός στα τυχερά παιχνίδια, στον τζόγο
ludoteca 1. θ, παιγνιοθήκη
ludismo 1. α, πρχ λοιδορ-ισμός> μτφ, εμ-παιγμός προς κάποιον= παιγνιώδης χαρακτήρας,
El ludismo en la poesía de Rafael, ο παιγνιώδης χαρακτήρας στην ποίηση του Rafael
2. στάση παιγνιώδη, El ludismo de los niños, η παιγνιώδης στάση των παιδιών
ludir 1. ρμ, κωπη-λατώ ή λόττο> παίξιμο 2 πραγμάτων μεταξύ τους= τρίβω,
Los zapatos nuevos me ludieron el talón, Τα καινούργια παπούτσια μου έτριψαν τη φτέρνα
ludimiento 1. α, πρχ κωπη-λάτημα σαν κίνηση μεταξύ 2 πραγμάτων= τριβή, τρίψιμο
ludión 1. α, πρχ πλέω= κολυμβητής του Καρτεσίου
aludir 1. ρα, πρχ λοιδορώ κάποιον σαν να λέω κάτι έμμεσα= υ-παινιγμός προς κάτι, υπαινίσσομαι, αναφέρομαι έμμεσα, aludió a los invitados, αναφέρθηκε στους καλεσμένους
2. αναφέρομαι λίγο σε, κάνω λόγο για, μνημονεύω, aludió al problema de la droga,
αναφέρθηκε στο πρόβλημα των ναρκωτικών
alusión 1. θ, υπαινιγμός, alusiones personales, υπαινιγμός προσωπικός
2. μνεία, αναφορά, no hizo ni una sola alusión a su pasado,
δεν έκανε ούτε μια αναφορά στο παρελθόν του
alusivo, va 1. ε, αναφερόμενος, -η, -ο, υπαινικτικός, -ή, -ό,
lemas alusivos a la paz, συνθήματα που αναφέρονται στην ειρήνη
aludido, da 1. ε, αναφερόμενος, -η, -o, εν λόγω πρόσωπο,
La persona aludida tiene derecho a responder a las acusaciones,
Το εν λόγω πρόσωπο έχει το δικαίωμα να απαντήσει στις κατηγορίες
2. α θ, ενδιαφερόμενο άτομο
3. εκφ, darse por aludido, δίνεται ως αναφερόμενο για μένα= παίρνω κάτι προσωπικά
no darse por aludido, μτφ, κάνω τον ανήξερο
coludir 1. ρα, νομ, πρχ κα-τα-λατώ> κινούμαι με δόλο προς κάποιον, κατα-δολιεύω
colusión 1. θ, νομ, κατα-δολίευση
colusorio, ria 1. ε, νομ, κατα-δολιευτικός, -ή, -ó
eludir πρχ εκ-λατώ από κάτι, κάποιον= απο-λατώ, απο-φεύγω
1. ρμ, αποφεύγω, υπεκ-φεύγω, no puedes eludir tu responsabilidad,
δεν μπορείς να αποφύγεις την υπευθυνότητα σου
2. δια-φεύγω, ξε-φεύγω από κάποιον, consiguió eludir el cerco policial,
κατάφερε να ξεφύγει από τον αστυνομικό κλοιό
elusión πρχ την κάνω λούης
1. θ, υπεκφυγή, αποφυγή δυσκολίας, προβλήματος,
no me gustan las elusiones, δεν μου αρέσουν οι υπεκφυγές
2. σνθ, elusión fiscal, οκν, φορο-αποφυγή
elusivo, va 1. ε, αποφευκτικός, -ή, -ό, φευγαλέος, -α, -o, υπεκφεύγων, -ουσα, -ον
su respuesta fue elusiva, η απάντηση του ήταν αποφευκτική
eludible 1. ε, εκ-λατήσιμο= αποφευκτέος, -α, -ο, απο-τρέψιμος, -η, -ο
ineludible 1. ε, πρχ ανευ-εκ-λατήσιμο= αναπόφευκτος, -η, -ο, αναπότρεπτος, -η, -ο,
compromisos ineludibles, αναπόφευκτοι συμβιβασμοί
ineludiblemente 1. επρ, αναπόφευκτα, αναπότρεπτα, μοιραία
ilusión πρχ ιλουσιον> λούσα σαν κάτι ψεύτικο
1. θ, ελπίδα χωρίς βάση, προσμονή, όνειρο, no te hagas ilusiones, μην κάνεις όνειρα
la ilusión de su vida es ir al espacio, το όνειρο της ζωής του είναι να ταξιδέψει στο διάστημα
2. εικόνα, αίσθηση, σκέψη σαν λούσο= αυταπάτη, ψευδαίσθηση,
viven de ilusiones, ζουν με αυταπάτες
ilusión auditiva, ακουστική ψευδαίσθηση
3. λούσο ψυχικό σαν θετική συγκίνηση, χαρά, ενθουσιασμός για κάτι,
¡qué ilusión ir esta noche al cine! τι χαρά να πάω απόψε στο σινεμά!
me hizo mucha ilusión el regalo, μου έδωσε πολύ χαρά το δώρο
han trabajado con mucha ilusión, δούλεψαν με μεγάλο ενθουσιασμό
4. σνθ, ilusión óptica, οφθαλμαπάτη
5. εκφ, hacer ilusión a alguien, κάτι κάνει λούσο σε κάποιον= θέλω πολύ, ονειρεύομαι,
le hace mucha ilusión ir a España, θέλει πολύ να πάει στην Ισπανία
ή μου αρέσει κάτι, χαίρομαι, ενθουσιάζομαι, mi regalo no le ha hecho ilusión,
το δώρο μου δεν τον ενθουσίασε
hacerse, forjarse ilusiones, κάνω όνειρα
vivir de ilusiones, ζω με αυταπάτες, ψευδαισθήσεις
ilusionar πρχ δίνω λούσα ψυχικά σε κάποιον
1. ρμ, ενθουσιάζω, χαροποιώ, me ilusiona mucho que hayas venido,
με χαροποιεί πολύ το να έχεις έρθει
me ilusiona esta oportunidad, με ενθουσιάζει αυτή η ευκαιρία
2. μτφ, δίνω λουσάτες> ψεύτικες, φρούδες ελπίδες,
el médico evitó ilusionar al paciente a pesar de su relativa mejoría,
o γιατρός απέφυγε να δώσει ελπίδες, παρά τη σχετική του βελτίωση
consiguió ilusionarla y que se casara con él,
κατάφερε να τη γεμίσει φρούδες ελπίδες, σαγηνέψει και να την κάνει να τον παντρευτεί
3. ραντ, γεμίζω με λούσα ψυχικά= ενθουσιάζομαι, χαίρομαι πολύ,
se ha ilusionado mucho con el proyecto, ενθουσιάστηκε με το προτζεκτ
4. ενθουσιάζομαι, γεμίζω ελπίδες, no te ilusiones demasiado con sus promesas,
μην ενθουσιάζεσαι παρά πολύ με τις υποσχέσεις του
ilusionismo 1. α, πρχ γεμάτο με λούσα> λουσ-ισμός= η τέχνη του ταχυδακτυλουργού
ilusionista 1. α θ, ταχυδακτυλουργός
iluso, sa 1. ε, α θ, που πιστεύει στα λούσα ή πρχ ιλουσο> αφ-ελής= αφελής, -ής, -ές που εξαπατείται εύκολα, Nadie hace nada gratis. ¿Cómo pudiste ser tan iluso?
Κανείς δεν κάνει τίποτα δωρεάν. Πώς μπόρεσες να είσαι τόσο αφελής;
2. μτφ, ονειροπόλος, -α, -ο, eres un iluso si piensas que todo es tan sencillo,
είσαι ενας ονειροπόλος αν σκέφτεσαι πως όλα είναι τόσο απλά
ilusorio, ria 1. ε, γεμάτο λούσα= ψεύτικος, -η, -ο, απατηλός, -ή, -ό
ilusamente 1. επρ, που πιστεύει στα λούσα= αφελώς,
creía ilusamente que lo lograría, νόμιζε αφελώς ότι θα το πετύχαινε
desilusión πρχ δεν-έχω λούσα ψυχικά
1. θ, απογοήτευση ψυχική, se ha llevado una desilusión al ver que no había aprobado,
έχει πάρει μια απογοήτευση όταν είδε πως δεν πέρασε
¡menuda desilusión cuando lo conocí personalmente!
ένιωσα μεγάλη απογοήτευση όταν τον γνώρισα προσωπικά
2. έλλειψη λούσου= έλλειψη ελπίδας για κάτι, αν-ελπίδα, απαισιοδοξία,
el psiquiatra no logra vencer su desilusión,
ο ψυχίατρος δεν κατάφερε να νικήσει την απαισιοδοξία του
3. απώλεια ψευδαίσθησης
4. εκφ, llevarse una desilusión, παίρνω μια απογοήτευση
desilusionar πρχ αφαιρώ το ψυχικό λούσο σε κάποιον, ξε-λουσάρω
1. ρμ, απογοητεύω, después de leer el libro, la película me ha desilusionado,
αφ’ ότου διάβασα το βιβλίο, η ταινία με έχει απογοητεύσει
2. βγάζω ψυχικά λούσα> ψευδαισθήσεις από κάποιον, από την πλάνη του, απογοητεύω,
no lo quiero desilusionar, se le ve tan contento,
δεν θέλω να τον απογοητεύσω, φαίνεται τόσο ευχαριστημένος
3. ραντ, απογοητεύομαι, se ha desilusionado mucho con esa relación,
απογοητεύτηκε πολύ με αυτήν την σχέση
4. ξυπνάω από την πλάνη, τις ψευδαισθήσεις μου, desilusiónate, no te va a llamar,
μην τρέφεις ψευδαισθήσεις, δεν θα σου τηλεφωνήσει
desilusionado, da 1. ε, που δεν έχει λούσα= προσδοκίες, ελπίδες, απογοητευμένος, -η, -o, una generación desilusionada y sin ideales, μια γενιά χωρίς προσδοκίες και ιδανικά
2. απογοητευμένος, -η, -o, estaba tan desilusionado por la derrota,
ήταν τόσο απογοητευμένος από την ήττα
3. εκφ, estar desilusionado con algo, alguien, είμαι απογοητευμένος με κάτι, κάποιον