LONA

LONA= ΠΡΧ ΛΟΝΑ> ΣΑΝ ΛΙΝΑ-ΤΣΑ, Π-ΛΑΝΟ ΥΦΑΣΜΑ Ή ΛΟΝΑ> ΠΑΝΙ, ΤΕΝΤΟ-ΠΑΝΟ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lona 1. θ, κανναβό-πανο, Para correr, prefiero usar zapatos de lona y no de cuero,

Για τρέξιμο προτιμώ να φοράω πάνινα παπούτσια και όχι δερμάτινα,

πανί τέντας, lona de toldo,

2. πανί κάλυψης, κάλυμμα, μουσαμάς, τεντόπανο, lona impermeable,

μουσαμάς αδιάβροχος

3. τέντα τσίρκου, lona de circo

4. αθλ, καναβάτσο σε ρινγκ μποξ, los dos boxeadores saltaron a la lona,

οι 2 μποξέρ βγήκαν στο καναβάτσο

5. ναυ, ιστιό-πανο ή κάμποτο, καραβό-πανο

6. εκφ, hacer besar la lona, αθλ, κάνω να φιλήσει το πανί= στο μποξ, νικώ, κερδίζω

ή μτφ, πετώ, ρίχνω στο καναβάτσο

loneta 1. θ, πρχ π-ανέτα= λεπτό καραβό-πανο

Scroll to Top