LODO

LODO= ΠΡΧ ΛΟΔΟ> ΛΙΓΔΑ> ΛΑΣΠΗ, ΠΡΧ ΙΛΥΣ> ΛΑΣΠΗ, ΠΡΧ ΜΟΛΥΝΣΗ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

luteína 1. θ, βιο, λουτεΐνη, ξανθόφυλλη

lúteo, a 1. ε, λογ, ωχρός, -ή, -ó

lutecio 1. α, χημ, λουτέσιο

lodo 1. α, πρχ λίγδα= λάσπη, Ιλύς, hay lodo en las botas, υπάρχει λάσπη στις μπότες

2. μτφ, λάσπη σε όνομα, τιμή, απαξίωση, ατίμωση,

llenó de lodo el buen nombre de sus antepasados,

γέμισε με λάσπη το καλό όνομα των προγόνων του

3. εκφ, poner, llenar, cubrir de lodo a alguien, βάζω, γεμίζω, καλύπτω με λάσπη κάποιον=

προσβάλλω, απαξιώνω, me han cubierto de lodo por todas partes y estoy hundido,

με έχουν καλύψει με λάσπη παντού και είμαι βυθισμένος> σε απόγνωση

arrastrar por el lodo, πρχ σύρω περί της λίγδας= λασπολογώ σε βάρος κάποιου

lodoso, sa 1. ε, λασπώδης, -ης, -ες

lodazal, lodazar 1. α, λασπό-τοπος, βόρβορος, βούρκος

enlodar, enlodazar 1. ρμ, ραντ, πρχ εν-λίγδα βάζω= λασπώνω, καλύπτω με λάσπη, λασπώνομαι, Las mujeres enlodaron sus cuerpos en el spa,

Οι γυναίκες κάλυψαν τα σώματά τους με λάσπη στο σπα

las ruedas del carro se enlodaron, οι ρόδες της άμαξας λασπώθηκαν

2. μτφ, λασπώνω, -ομαι σε τιμή, υπόληψη, κηλιδώνω, -ομαι,

El escándalo enlodó su buen nombre, Το σκάνδαλο λάσπωσε το καλό του όνομα

3. ρμ, κατ, περνάω ένα χέρι με λάσπη μια επιφάνεια

enlodamiento 1. α, λάσπωμα

2. μτφ, κηλίδωμα, λάσπωμα τιμής, υπόληψης

enlodadura 1. θ, κηλίδα, λεκές από λάσπη

desenlodar 1. ρμ, ξε-λασπώνω, αφαιρώ την λάσπη από κάτι

2. βγάζω την λάσπη που εμποδίζει την είσοδο σε λιμάνι ή κοίτη ποταμού

polución 1. θ, πρχ πο-λουσιον> μό-λυνση, ρύπανση περιβάλλοντος,

polución atmosférica, ambiental, ρύπανση ατμοσφαιρική, περιβαλλοντική

2. μτφ, polución nocturna, πρχ α-μόλυση σπέρματος= ονείρωξη

polucionar 1. ρμ, πρχ πο-λου-σιο-ναρ> μό-λυν-ση περιβάλλοντος ή προ-λούσω=

μολύνω, ρυπαίνω, denunciaron a la fábrica por polucionar la atmósfera,

κατήγγειλαν το εργοστάσιο επειδή μόλυνε την ατμόσφαιρα

impoluto, ta 1. ε, πρχ α-μόλυντος, -η, -o από βρωμιά, λέρωμα

2. θρη, άσπιλος, -η, -o, αμίαντος, -η, -ο, άχραντος, -η, -ο

poluto, ta 1. ε, πρχ (α)μολυντός= βρόμικος, -η, -o, λερωμένος, -η, -ο

2. αηδιαστικός, -ή, -ó

Scroll to Top