LLAMAR

CLAMAR= ΠΡΧ ΚΛΑΜΑ ΣΑΝ ΦΩΝΗ ΠΡΟΣ ΚΑΠΟΙΟΝ, ΠΡΧ ΚΕΛΕΥΣΜΑ Ή ΚΑΛΕΣΜΑ> ΚΑΛΩ, ΠΡΧ ΚΕΛΕΥΩ, ΠΡΧ ΚΛΑΡΙΝΟ, ΠΡΧ ΡΕΚΛΑΜΑ, ΠΡΧ ΕΚΚΛΗΣΙΑ,

ΠΡΧ ΑΓΛΑΟΣ> ΦΩΤΕΙΝΟΣ, ΓΛΑΡΟΣ> ΛΕΥΚΟΣ, ΦΩΤΕΙΝΟΣ,

ΠΡΧ ΚΛΑΡΟ> ΚΑΘΑΡΟ, ΠΡΧ ΚΛΙΝΕΞ> ΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΟ> ΚΑΘΑΡΙΖΩ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

clarín πρχ κλαρίνο

1. μσκ, όργανο σάλπιγγα

2. μτφ, ύφασμα βατίστα

3. α θ, σαλπιγκτής, -ια

clarinazo 1. α, σάλπισμα

2. μτφ, προειδοποίηση, ειδοποίηση, σαν ήχος κλαρίνου,

el resultado de la votación fue un clarinazo para su proyecto,

το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν μια ξεκάθαρη προειδοποίηση για το έργο του

3. ανοησία, κουταμάρα

clarinada 1. θ, μσκ, σάλπισμα

2. ανοησία, κουταμάρα, cada escena del relato finalizaba con una clarinada de mal gusto,

κάθε σκηνή της ιστορίας τελείωνε με μια ανοησία κακόγουστη

clarinete 1. α, μσκ, κλαρινέτο

2. α θ, κλαρινετίστας, -ια

clarinetista α θ, μσκ, κλαρινετίστας, -ια

calendas 1. θ πλ, Καλένδες

2. σνθ, calendas griegas, Ελληνικές Καλένδες

calendario πρχ από καλένδες= καλώ να δώσω καθήκοντα κάθε 1η του μηνός

1. α, ημερολόγιο, σύστημα διαίρεσης χρόνου σε κάτι, calendario solar, ηλιακό ημερολόγιο

2. ατζέντα εργασιών

3. πίνακας ημερολογίου

4. χρονο-διάγραμμα σε κάτι, calendario de exámenes, χρονο-διάγραμμα εξετάσεων

5. ληξιάριο πληρωμών

6. σνθ, calendario exfoliador de taco, ημερολόγιο αποσπώμενων φύλλων

calendario del contribuyente, ημερολόγιο του φορολογούμενου

calendario eclesiástico litúrgico, εκκλησιαστικό, λειτουργικό ημερολόγιο

calendario escolar, σχολικό πρόγραμμα

calendario ferial, εκθεσιακό πρόγραμμα

calendario laboral, πρόγραμμα, πλάνο εργασίας

calendario lunar, σεληνιακό ημερολόγιο

caléndula 1. θ, βοτ, καλέντουλα, κατιφές, νεκρολούλουδο

crema de caléndula, κρέμα με καλέντουλα

chamariz 1. α, ζωλ, σκαρθάκι

Eclesiastés 1. ονο, el Eclesiastés, θρη, o Εκκλησιαστής

eclesiástico, ca 1. ε, θρη, εκκλησιαστικός, -ή, -ó, la jerarquía eclesiástica,

η εκκλησιαστική ιεραρχία

eclesiástico 1. α, κληρικός

iglesia 1. θ, εκκλησία σαν κτίριο

2. Εκκλησία σαν θεσμός

3. σνθ, iglesia colegial, εκκλησία με νομοκανόνα αλλά χωρίς επισκοπή

4. εκφ, acogerse a, entrar en la iglesia, μπαίνω στους κόλπους της εκκλησίας,

γίνομαι ιερωμένος, χειροτονούμαι

casarse por detrás de la iglesia, οικ, μτφ, παντρεύομαι πίσω της Εκκλησίας= ζω άσωτα

casarse por la iglesia, κάνω θρησκευτικό γάμο

cumplir con la iglesia, τηρώ τις θρησκευτικές μου υποχρεώσεις

llevar a la iglesia a una mujer, πάω στην εκκλησία μια γυναίκα= παντρεύομαι μία γυναίκα

¡con la Iglesia hemos topado! οικ, μτφ, με την Εκκλησία έχουμε πρχ ντούπ> πέσει=

σημαίνει για λόγους θρησκευτικούς ή λόγω εμποδίου δεν μπορώ να προχωρήσω σε κάτι= πέσαμε πάνω σε τείχος!

paráclito, paracleto 1. α, θρη, Παράκλητος, Άγιο Πνεύμα

halar 1. ρμ, ναυ, πρχ καλάρω> μαζεύω δίχτυα> τραβώ, βιράρω

halacabuyas 1. α, ναυ, καλάρω-κάβους= μούτσος

alotar 1. ρα, ναυ, πρχ στ-ηλητάρω= κρεμώ κάτι έτσι ώστε να μην το πάρει ο αέρας

ή να μην ταρακουνιέται

halón 1. α, χημ, πρχ αλογον-ωμένος υδρογονάνθρακας

intercalar 1. ρμ, ενδο-καλώ= θέτω ανάμεσα πράγματα κάτι, παρεμβάλλω, παρενθέτω,

ενθέτω, intercaló un párrafo explicativo, παρένθεσε μια παράγραφο επεξηγητική

2. θέτω εν-αλλάξ κάτι, εν-αλλάσσω, intercala los banderines azules con los amarillos,

βάλε εναλλάξ τα μπλε σημαιάκια και τα κίτρινα

La maestra de ciencias intercala aprendizaje teórico con actividades prácticas,

Η καθηγήτρια φυσικής εναλλάσσει θεωρητική μάθηση με πρακτικές δραστηριότητες

intercalación 1. θ, παρεμβολή, παρένθεση

2. εναλλαγή

intercalar 1. ε, παρένθετος, -η, -ο, página intercalar, σελίδα παρένθετη

clase πρχ κλάση= κατηγορία, ομάδα και τις έννοιες που παράγει

1. θ, ομάδα ατόμων, πραγμάτων, ζώων με ίδια χαρακτηριστικά, είδος,

clase trabajadora, εργατική τάξη,

No me gusta esta clase de flores, Δεν μου αρέσουν αυτού του είδους τα λουλούδια

2. εκπ, τάξη μαθητών ή αίθουσα μάθησης, lo han echado de clase,

τον έχουν διώξει από την τάξη

3. εκπ, μάθημα, La clase de física es mi preferida,

Το μάθημα της φυσικής είναι το αγαπημένο μου

4. μτφ, κλάση ατόμου, φινέτσα, αριστοκρατικότητα,

tanto en el trato como en el vestir demuestra su clase,

τόσο στους τρόπους του όσο και στο ντύσιμο του δείχνει την κλάση του

5. μτφ, είδος σε κάτι, κατηγορία, ciudadanos de segunda clase, πολίτες 2ας κατηγορίας

6. μτφ, θέση σε μέσο μεταφοράς, siempre viaja en primera clase,

πάντα ταξιδεύει σε πρώτη θέση

7. βοτ, ζωλ, ομο-ταξία

8. σνθ, clase alta, ανώτερη τάξη

clase baja, κατώτερη τάξη

clase dirigente, άρχουσα τάξη

clase ejecutiva, διακεκριμένη θέση

clase media, μεσαία τάξη

clase media alta, μεγαλο-μεσαία τάξη

clase media baja, μικρομεσαία τάξη

clase obrera, εργατική τάξη

clase social, κοινωνική τάξη

clase magistral, μάστερ κλας

clase presencial, μάθημα με φυσική παρουσία του καθηγητή και μαθητών, μάστερ κλας clase privada, ιδιαίτερο μάθημα

clases de recuperación, ενισχυτική διδασκαλία

clase nocturna, βραδινό μάθημα

clases particulares, ιδιαίτερα μαθήματα

clases de conducir, μαθήματα οδήγησης

clases pasivas, άτομα που εισπράττουν συντάξεις δημοσίου χωρίς να έχουν εργαστεί (ορφανά, χήρες, άτομα με ειδικές ανάγκες)

clases prácticas, πρακτική εξάσκηση

clase turista, τουριστική, οικονομική θέση

primera clase, πρώτη θέση

segunda clase, δεύτερη θέση

clase económica, οικονομική θέση

clase preferente, πρώτη θέση

clase de párvulos, εκπ, νηπιαγωγείο

9. εκφ, dar clases, για καθηγητή, παραδίδω μαθήματα

ή για μαθητή παρακολουθώ μαθήματα

de primera clase, πρώτης κλάσης= διαλογής, ποιότητας, θέσης

de segunda clase, δεύτερης διαλογής

de toda clase, κάθε λογής, είδους

faltar a clase, κάνω απουσίες

fumarse una clase, οικ, φούμαρω σε μάθημα> γίνομαι καπνός, κάνω κοπάνα σε μάθημα

reanudar las clases, ξαναρχίζω τα μαθήματα

recibir clases, παρακολουθώ, κάνω μαθήματα

sacar de clase, βγάζω έξω από την τάξη, αποβάλλω

tener clase, έχω μάθημα σε σχολείο

clases 1. θ πλ, στρ, υπαξιωματικοί

subclase 1. θ, βοτ, ζωλ, υφο-μοταξία

superclase 1. α θ, οικ, σουπερ-κλασάτος, -η, για αθλητή με εξαιρετική ικανότητα

2. θ, βοτ, υπερτάξη

clásica 1. θ, αθλ, κλασικός αθλητισμός

clásicas 1. θ πλ, εκπ, κλασικές σπουδές

clasicismo 1. α, κλασικισμός

2. τεχ, λγτ, κλασικισμός

clasicista 1. ε, α θ, τεχ, λγτ, κλασικιστικός, -ή, -ó, κλασικιστής, κλασικίστρια

clásico, ca 1. ε, α θ, σχετικό με αρχαιότητα, κλασικός, -ή, -ó,

solo lee a los escritores clásicos, μόνο διαβάζει τους κλασικούς συγγραφείς

2. για έργο, δημιουργό αντιπροσωπευτικό σε κάτι, κλασικός, -ή, -ó, πρότυπος, -η, -o,

es una obra clásica del vanguardismo, είναι ενα έργο κλασικό του αβαντ-γκαρντισμού

3. μτφ, κλασικός, -ή, -ó, συνηθισμένος, -η, -o, este tema es ya clásico en nuestras tertulias,

αυτό το θέμα είναι πια κλασικό στις συζητήσεις μας

4. clásico de, κλασικός, -ή, -ó, χαρακτηριστικός, -ή, -ó, τυπικός, -ή, -ó δείγμα από κάτι,

esta reacción es clásica de un mentiroso, αυτή η αντίδραση είναι τυπική ενός ψεύτη

5. μσκ, κλασικός, -ή, -ó, música clásica, κλασική μουσική

clásico 1. α, κλασικό ματς= ντέρμπι μεταξύ Ρεάλ Μαδρίτης και Μπαρτσελόνα,

hoy se juega el clásico, σήμερα είναι το ντέρμπι

clasismo 1. α, ταξική διάκριση, ελιτισμός

clasista 1. ε, α θ, ελιτίστικος, -η, -ο, ελιτιστής, -ια

interclasista 1. ε, πολ, διαταξικός, -ή, -ό

neoclasicismo 1. α, τεχ, νεο-κλασικισμός

neoclásico, ca 1. ε, α θ, τεχ, νεοκλασικός, -ή, -ó

preclásico, ca 1. ε, τεχ, προκλασικός, -ή, -ó

clasificador πρχ κλαση-φιάκτηρι= που χωρίζει σε κλάση κάτι

1. α, έπιπλο αρχειοθήκη

2. ντοσιέ, κλασέρ

clasificadora 1. θ, μηχανή διαλογέας

clasificar πρχ κλάση-φιάχνω

1. ρμ, χωρίζω σε κλάσεις= ταξινομώ, clasificar los archivos, ταξινομώ τα αρχεία,

Tienen que clasificar las palabras de acuerdo con el número de sílabas,

Πρέπει να ταξινομήσουν τις λέξεις σύμφωνα με τον αριθμό των συλλαβών τους

2. κνμ, ταξινομώ ταινία για τι κοινό είναι, χαρακτηρίζω

3. χαρακτηρίζω, El hotel fue clasificado como cinco estrellas,

Το ξενοδοχείο χαρακτηρίστηκε ως πέντε αστέρων

Los medios de comunicación clasificaron el atentado terrorista de "auténtica barbarie",

Τα ΜΜΕ χαρακτήρισαν την τρομοκρατική επίθεση ως «πραγματική βαρβαρότητα»

4. αθλ, ραντ, κατατάσσω, se clasificó en el tercer puesto, κατατάχθηκε στην τρίτη θέση

5. ραντ, αθλ, προκρίνομαι, se clasificó para la semifinal, προκρίθηκε για τον ημιτελικό

clasificación 1. θ, ταξινόμηση

2. αθλ, πρόκριση

3. κνμ, χαρακτηρισμός, tiene la clasificación de "¡para todos los públicos”

έχει το χαρακτηρισμό «κατάλληλη για όλους»

4. αθλ, κατάταξη, El equipo que encabeza la clasificación ascenderá a segunda división,

Η ομάδα που προηγείται της κατάταξης θα προβιβαστεί στη δεύτερη κατηγορία

ή βαθμολογία, El último equipo de la clasificación desciende a la liga B,

Η τελευταία ομάδα της βαθμολογίας υποβιβάζεται στην Β’ κατηγορία

5. σνθ, clasificación combinada, αθλ, συνδυασμός κατηγοριών

clasificación de la regularidad, κανονική κατάταξη

clasificación general, γενική κατάταξη

clasificación por equipos, ομαδική κατάταξη

clasificación de solvencia, οκν, αξιολόγηση φερεγγυότητας

clasificador, ra 1. ε, ταξινομητικός, -ή, -ό, που ταξινομεί,

comisión clasificadora, ταξινομητική επιτροπή

clasificable 1. ε, ταξινομήσιμος, -η, -ο, που μπορεί να ταξινομηθεί

2. κατατακτέος, -α, -ο

inclasificable 1. ε, ανευ> μη ταξινομήσιμος, -η, -ο, που δύσκολα ταξινομείται, κατατάσσεται

desclasificar 1. ρμ, ξε-κλασο-ποιώ= αποκαλύπτω έγγραφα, μυστικά ταξινομημένα,

αίρω το απόρρητο, αποχαρακτηρίζω,

el juez solicitó que desclasificaran varios documentos de Estado,

ο δικαστής αίτησε να αποχαρακτηρίσουν διάφορα έγγραφα της Κυβέρνησης

2. πρχ ντισ-καλιφιε> αφαιρώ από κλάση> σύνολο κάποιον= υποβιβάζω σε τάξη, αποκλείω από ομάδα, sus compañeros de universidad le desclasaron de su compañia,

οι συμφοιτητές του στο πανεπιστήμιο τον απόκλεισαν από την παρέα τους

Un jugador fue desclasificado del Abierto de Estados Unidos por tirar una pelota imprudentemente hacia el fondo de la cancha, Ένας παίκτης αποκλείστηκε από το US Open επειδή έριξε μια μπάλα απρόσεκτα προς το πίσω μέρος του γηπέδου

desclasificación 1. θ, αποκάλυψη εγγράφων, μυστικού

2. υποβιβασμός, υποβάθμιση

3. αποκλεισμός

desclasar 1. ρμ, ξε-κλασάρω> υποβιβάζω, αφαιρώ από κοινωνική τάξη κάποιον

2. ραντ, χάνω την κοινωνική μου θέση σε τάξη, ξεπέφτω

desclasamiento 1. α, υποβιβασμός από ομάδα, σύνολο, κοινωνική τάξη

2. αλλαγή κλάσης= μεταφορά σε άλλη θέση τρένου, υπηρεσίας κ.λπ.

desclasado, da 1. ε, α θ, ξεπεσμένος, -η, -ο, υποβιβασμένος, -η, -ο από ομάδα, σύνολο,

se siente desclasado entre sus compañeros de universidad,

αισθάνεται υποβιβασμένος μεταξύ των συμφοιτητών του στο πανεπιστήμιο

concilio πρχ κον-κιλιο> συγ-κληση ή συν-κάλεση ατόμων για κάτι

1. θρη, σύνοδος

2. συμβούλιο ατόμων, Todos los nobles del territorio fueron convocados al concilio,

Όλοι οι ευγενείς της περιοχής κλήθηκαν στο συμβούλιο

3. σνθ, concilio ecuménico, general οικουμενική, γενική σύνοδος

conciliar πρχ συν-καλώ άτομα, πράγματα

1. ρμ, συμ-φιλιώνω άτομα, conciliar a dos enemigos, συμφιλιώνω δύο εχθρούς

2. μτφ, συμ-βιβάζω πράγματα, καταστάσεις, la obra concilia la realidad y la fantasía,

το έργο συμβιβάζει την πραγματικότητα και την φαντασία

intentan conciliar los intereses públicos con los privados,

προσπαθούν να συμβιβάσουν τα δημόσια με τα ιδιωτικά συμφέροντα

3. μτφ, για ύπνο, συγ-καλώ= βρίσκω, έχω, no consigo conciliar el sueño,

δεν καταφέρνω να έχω ύπνο, δεν μπορώ να κοιμηθώ

4. ραντ, μτφ, συγ-καλώ ή συγ-κλίνω προς εμένα κάτι= έλκω, τραβώ, προκαλώ,

gracias a su humor se concilia la simpatía de todos,

χάρη στο χιούμορ του έλκει την συμπάθεια όλων

5. μτφ, για πράγματα, καταστάσεις, συγ-καλούμαι= συμβιβάζομαι, συνυπάρχω,

en esta obra se concilia la realidad y la fantasía,

σε αυτό το έργο συνυπάρχει η πραγματικότητα και η φαντασία

conciliar 1. ε, συνοδικός, -ή, -ό

2. συμβουλευτικός, -ή, -ό

3. α, μέλος συνόδου, συμβουλίου

preconciliar 1. ε, προ-συνοδικός, -ή, -ό

conciliación 1. θ, νομ, συμβιβασμός, Tras dos meses de negociación, las partes lograron una conciliación, Μετά από δύο μήνες διαπραγματεύσεων, τα μέρη πέτυχαν ένα συμβιβασμό

2. συμφιλίωση ατόμων, Tuvimos una conciliación tras pasar ocho años sin hablarnos,

Είχαμε μια συμφιλίωση αφ’ ότου πέρασαν οκτώ χρόνια χωρίς να μιλάμε ο ένας στον άλλον

3. συμβιβασμός πραγμάτων, conciliación entre teorías, συμβιβασμός μεταξύ θεωριών

conciliador, ra 1. ε, συμφιλιωτικός, -ή, -ό, mirada conciliadora, βλέμμα συμφιλιωτικό

2. μεσολαβητικός, -ή, -ό, aplicar políticas conciliadoras, εφαρμόζω πολιτικές μεσολαβητικές

3. α θ, συμφιλιωτής, -ια

4. μεσολαβητής, -ια

conciliante 1. ε, που συγ-καλεί άτομα, καταστάσεις, συμφιλιωτικός, -ή, -ό

μεσολαβητικός, -ή, -ό, διαλλακτικός, -ή, -ό, συμβιβαστικός, -ή, -ό

conciliatorio, ria 1. ε, συμφιλιωτικός, -ή, -ό

2. συμβιβαστικός, -ή, -ό

conciliable 1. ε, συμβιβάσιμος, -η, -ο

inconciliable 1. ε, ασυμφιλίωτος, -η, -o, ασυμβίβαστος, -η, -o

conciliábulo 1. α, πρχ συν-κάλεση-βουλιο= μυστική σύσκεψη, δια-βούλιο

reconciliar 1. ρμ, πρχ περι-συγ-καλώ= συμφιλιώνω

2. ραντ, συμφιλιώνομαι, τα ξαναβρίσκω με κάποιον, συμφιλιώνομαι με ιδέα, γεγονός,

Me reconcilié con la idea de tener que estudiar todo el fin de semana,

Συμφιλιώθηκα με την ιδέα ότι έπρεπε να διαβάζω όλο το Σαββατοκύριακο

3. θρη, επανέρχομαι, ξαναγυρνώ, ενώνομαι εκ νέου, el joven se reconcilió con su Iglesia,

Ο νεαρός ενώθηκε εκ νέου με την Εκκλησία του

reconciliación 1. θ, συμφιλίωση

2. θρη, επανένωση

reconciliador, ra 1. ε, συμφιλιωτικός, -ή, -ó

2. α θ, συμφιλιωτής, -ια

reconciliable 1. ε, συμφιλιώσιμος, -η, -ο, που μπορεί να συμφιλιωθεί

irreconciliable 1. ε, ασυμβίβαστος, -η, -ο, ασυμφιλίωτος, -η, -ο

concejo πρχ συν-καλώ= συμβούλιο

1. α, δημοτικό συμβούλιο σαν σύνολο ατόμων

2. δημοτικό συμβούλιο σαν συνέλευση

3. δήμος σαν περιοχή, κοινότητα

4. δημαρχείο

concejal, la 1. α θ, δημοτικός, -ή σύμβουλος

concejala 1. θ, σύζυγος δημοτικού συμβούλου

concejalía 1. θ, τμήμα, γραφείο δημοτικού, -ής συμβούλου

2. αξίωμα δημοτικού, -ής συμβούλου

concejil 1. ε, δημοτικός, -ή, -ó, milicias concejiles, δημοτικές πολιτοφυλακές

casa concejil, οικία δημοτική= δημαρχείο

clamor πρχ κλάμα σαν δυνατή φωνή ή κέλευσμα

1. α, κραυγή, Aterrados, oyeron el clamor de los soldados proveniente del campo de batalla,

Τρομοκρατημένοι, άκουσαν τις κραυγές των στρατιωτών προερχόμενες από πεδίο μάχης

2. κατακραυγή, El clamor de los manifestantes, Η κατακραυγή των διαδηλωτών

3. διαμαρτυρία, Pedimos más policías en las calles, pero el alcalde hizo oídos sordos a nuestro clamor, Ζητήσαμε περισσότερους αστυνομικούς στους δρόμους, αλλά ο δήμαρχος δεν άκουσε, έκανε τον κουφό στην διαμαρτυρία μας

4. μτφ, επευφημία, ζητωκραυγή, el clamor del público, η επευφημία του κοινού

5. μτφ, κωδωνοκρουσία, El clamor de las campanas nos reveló que había un funeral,

Η κωδωνοκρουσία μας αποκάλυψε ότι υπήρχε κηδεία στην εκκλησία

clamar 1. ρμ, πρχ κάποιος, κάτι δίνει κέλευσμα για κάτι ή σαν κλάμα= ζητώ, απαιτώ,

ese crimen clama justicia, αυτό το έγκλημα απαιτεί απόδοση δικαιοσύνης

la familia de la víctima clamaba venganza, η οικογένεια του θύματος απαιτούσε εκδίκηση

2. ρα, ρμ, κάποιος φωνάζει για κάτι, κραυγάζει,

clamó ante el tribunal que él no era culpable,

φώναξε προ του δικαστηρίου πως αυτός δεν ήταν ένοχος

El soldado herido clamaba, pero el médico no aparecía,

Ο τραυματίας στρατιώτης κραύγαζε, αλλά ο γιατρός δεν εμφανίστηκε

3. clamar a, σαν να ρίχνω κλάμα προς κάποιον= ικετεύω, clamaba a Dios, ικέτευε τον Θεό

clamar por, ικετεύω, ζητώ ταπεινά για κάτι, clamar por dinero, ικετεύω για χρήμα

4. μτφ, για πράγμα, σαν να φωνάζει για κάτι, ζητάω, χρειάζομαι,

este pantalón está clamando por una buena lavada,

αυτό το παντελόνι φωνάζει για, χρειάζεται μια καλή πλύση,

La tierra clama por agua, Η γη φωνάζει για νερό

5. clamar contra, κελεύω κόντρα, διαμαρτύρομαι, αγανακτώ εναντίον, κραυγάζω,

Los obreros clamaron contra el recorte de sueldo,

Οι εργαζόμενοι διαμαρτυρήθηκαν για την μείωση μισθού

Los manifestantes clamaban contra el abuso de poder de la policía,

Οι διαδηλωτές κραύγαζαν ενάντια στην κατάχρηση εξουσίας από την αστυνομία

6. εκφ, clamar al cielo, μτφ, κελεύει στον ουρανό= είναι κραυγαλέο!, είναι σκανδαλώδες!,

είναι να αγανακτείς!

aclamar 1. ρμ, επευφημώ, el pueblo aclamaba al presidente,

o λαός επευφημούσε τον πρόεδρο

2. δίνω κέλευσμα για κάποιον= ανα-κηρύσσω, le aclamaron presidente,

τον ανακήρυξαν πρόεδρο

aclamación 1. θ, επευφημία, ζητωκραυγή, la aclamación del público,

οι επευφημίες του κοινού

2. ανακήρυξη ατόμου σε θέση, αξίωμα

3. εκφ, por aclamación, από κέλευσμα κοινό= ομό-φωνα

clamorear 1. ρμ, πρχ σαν να ρίχνω κλάμα για κάτι= εκλιπαρώ, ικετεύω,

el preso clamoreaba desde su celda que creyesen en su inocencia,

ο φυλακισμένος ικέτευε από το κελί του να πίστευαν στην αθωότητα του

2. παραπονιέμαι

3. επευφημώ, ζητωκραυγάζω

4. ρα, μτφ, κρούω την καμπάνα, επειδή βγάζει ήχο σαν κέλευσμα

clamoreo 1. α, πρχ κέλευσμα ηχηρό= οχλο-βοή, αντάρα, φασαρία

2. έκκληση, ικεσία, σαν να ρίχνω κλάμα,

3. φωνές, sus alaridos y clamoreos acabaron con su paciencia,

οι κραυγές και οι φωνές τους εξάντλησαν την υπομονή του

clamoroso, sa 1. ε, που συνοδεύεται από κέλευσμα> ήχο δυνατό= ηχηρός, -ή, -ó,

Triunfo, llanto clamoroso, θρίαμβος, κλαυθμός ηχηρός

2. μτφ, σαν να ακούγεται παντού= θριαμβευτικός, -ή, -ό, μεγάλος, -η, -ο,

éxito clamoroso, θριαμβευτική επιτυχία

victoria clamorosa, μεγάλη νίκη

3. με κραυγές, κραυγαλέος, -α, -ο, θορυβώδης, -ης, -ες,

declamar 1. ρα, δια-κελεύω κάτι> λέω με φωνή δυνατή προς κοινό= απαγγέλω,

declama a Lorca como nadie, απαγγέλει Λόρκα όπως κανείς

2. μιλάω σε κοινό= ρητορεύω

3. κάνω κριτική έντονη

declamación 1. θ, ρητορεία

2. απαγγελία

3. σφοδρή κριτική

declamatorio, ria 1. ε, πρχ δια-κελευτικό= με τόνο δυνατό, στομφώδης, -ης, -ες,

ρητορικός, -ή, -ό, πομπώδης, -ης, ες, el tono declamatorio de su discurso,

ο κελευτικός> πομπώδης τόνος της ομιλίας του

exclamar 1. ρμ, πρχ εξω-κελεύω> φωνάζω δυνατά= ανα-φωνώ, κραυγάζω, φωνάζω,

la mujer exclamó: -¡Socorro!, η γυναίκα φώναξε, βοήθεια!

exclamación 1. θ, επιφώνημα

2. γρμ, θαυμαστικό

exclamativo, va 1. ε, επιφωνηματικός, -ή, -ó

exclamatorio, ria 1. ε, επιφωνηματικός, -ή, -ó

proclama 1. θ, πρχ προ-κέλευσμα= δια-κήρυξη, εξαγγελία, προκήρυξη,

El gobierno hizo una proclama invitando a hombres y mujeres a enlistarse en el ejército,

Η κυβέρνηση έβγαλε διακήρυξη καλώντας άνδρες και γυναίκες να καταταγούν στον στρατό

proclamas 1. θ πλ, θρη, αγγελτήριο, αναγγελία γάμου

2. εκφ, correr las proclamas, δημοσιεύω αναγγελία γάμου

proclamar 1. ρμ, προ-κελεύω κάτι= φωνάζω δημόσια, δια-κηρύσσω,

ανακοινώνω, διατυμπανίζω, proclamaron su victoria, ανακοίνωσαν την νίκη τους

2. ανα-κηρύσσω κάποιον σε αξίωμα, le proclamaron representante de los trabajadores,

τον ανακήρυξαν αντιπρόσωπο των εργατών

3. δια-κηρύσσω κάτι, el acusado ha proclamado su inocencia,

o κατηγορούμενος διακηρύσσει την αθωότητά του

4. μτφ, προκελεύω κάτι= το δείχνω, su sonrisa proclama su satisfacción,

το χαμόγελο του δείχνει την ικανοποίηση του

5. ραντ, ανακηρύσσομαι, αναγορεύομαι σε θέση, αξίωμα,

se proclamó jefe del gabinete, ανακηρύχτηκε αρχηγός του υπουργικού συμβουλίου

6. στέφομαι, ανακηρύσσομαι, se proclamó campeón, ανακηρύχθηκε πρωταθλητής

proclamación 1. θ, αναγόρευση, ανακήρυξη σε αξίωμα, θέση,

proclamación del rey, ανακήρυξη του βασιλιά

2. διακήρυξη, κήρυξη δημόσια, proclamación de un edicto, διακήρυξη μιας απόφασης

3. ανακήρυξη σε τίτλο

4. διατυμπανισμός

reclamar πρχ παρα-κελεύω έναντι σε κάτι, πρχ σα φωνή ρεκλάμα> διαμαρτυρία

1. ρμ, διαμαρτύρομαι, παραπονούμαι για κάτι,

reclamar contra un fallo, διαμαρτύρομαι κόντρα σε απόφαση

si quieren reclamar, diríjanse a la agencia,

αν θέλετε να παραπονεθείτε, απευθυνθείτε στο πρακτορείο

2. ζητώ, αξιώνω, απαιτώ, διεκδικώ κάτι νόμιμα, reclamaban un salario justo,

διεκδικούσαν ένα μισθό δίκαιο

3. καλώ κάποιον να κάνει κάτι ή να παρουσιαστεί σε μέρος, ζητάω,

reclamaron su ayuda, ζήτησαν την βοήθεια του,

te reclaman en la oficina, σε ζητούν από το γραφείο

4. μτφ, κάτι απαιτεί, este trabajo reclama toda mi atención,

αυτή η δουλειά απαιτεί όλη την προσοχή μου

reclamación πρχ περι-κάλεσμα για κάτι

1. θ, αίτηση για κάτι

2. απαίτηση

3. παράπονο

4. εκφ, hacer, poner una reclamación, υποβάλλω αίτημα, κάνω παράπονο

reclamo 1. α, πρχ ρεκλάμα, διαφήμιση, επειδή περι-καλεί τους πάντες

con el nuevo reclamo conseguiremos aumentar las ventas,

Με τη νέα διαφήμιση θα πετύχουμε να αυξήσουμε τις πωλήσεις

2. περι-κάλεσμα προς κάποιον= κάλεσμα, κλήση, πρόσκληση

3. μτφ, δέλεαρ, κράχτης, ατραξιόν, αυτό που καλεί, su mayor reclamo es su sonrisa,

το μεγαλύτερο κάλεσμα> δέλεαρ του είναι το χαμόγελο του

El clima es el principal reclamo turístico de nuestro país,

Το κλίμα είναι ο κύριος τουριστικός κράχτης, ατραξιόν της χώρας μας

4. μτφ, κράχτης για κάλεσμα πτηνού, μίμηση κραυγής, φωνής ζώου

Este reclamo suena como un faisán, Αυτή η κραυγή ακούγεται σαν φασιανός

5. πτηνό κράχτης που καλεί άλλα πτηνά

6. τυπ, πρώτη λέξη της επομένης σελίδας στο κάτω μέρος της προηγούμενης

7. σνθ, reclamo publicitario, διαφημιστικό δώρο

8. εκφ, acudir al reclamo, ανταποκρίνομαι στην πρόσκληση

reclamador, ra πρχ που περι-κελεύει για κάτι

1. ε, νομ, αϊτών, -ούσα, -ούν, ενάγων, -ουσα, -ον

2. α θ, ενάγων, ενάγουσα

reclamante 1. ε, νομ, αϊτών, -ούσα, -ούν, ενάγων, -ουσα, -ον

2. α θ, ενάγων, ενάγουσα

llamar πρχ clamar> llamar> κάλεσμα> καλώ και τις έννοιες που παράγει

1. ρμ, δίνω όνομα= ονομάζω, llamaron al bebé como al abuelo,

ονόμασαν το μωρό όπως τον παππού

2. καλώ κάτι= το χαρακτηρίζω, λέω, eso llamas un buen trabajo,

αυτό το λες μια καλή δουλειά

3. καλώ κάποιον με φωνή, χειρονομία, llamó al camarero con la mano,

κάλεσε το σερβιτόρο με ένα νεύμα του χεριού

llama (a) un taxi, κάλεσε ταξί

μτφ, επικαλούμαι, en aquel trágico momento llamó a la virgen para que la ayudara,

σε εκείνη την τραγική στιγμή επικαλέστηκε την Παναγία να τη βοηθήσει

4. καλώ μέσω τηλεφώνου, τηλεφωνώ, παίρνω τηλέφωνο, te han llamado del hospital,

σε κάλεσαν πήραν από τo νοσοκομείο

llámalo al móvil, fijo, κάλεσε τον, πάρ’ τον στο κινητό, σταθερό του

5. καλώ άτομο σε ένα μέρος, me llamó a su oficina, με κάλεσε στο γραφείο του

6. απο-καλώ με επίθετο κάποιον, me llamó tonto delante de todo el mundo,

με αποκάλεσε χαζό μπροστά σε όλο τον κόσμο

7. μτφ, καλώ με το χέρι> χτυπώ την πόρτα, ¿Quién llama a la puerta a esta hora?

Ποιος χτυπάει την πόρτα τέτοια ώρα;

ή με κουδούνι, llamar con timbre

8. οικ, μτφ, κάτι με καλεί= ελκύει, τραβά, la televisión no me llama en absoluto,

η τηλεόραση δεν με τραβάει καθόλου

9. νομ, κλητεύω, διορίζω, ορίζω

10. πλφ, καλώ

11. ρα, για πόρτα, χτυπώ, llamen antes de entrar, χτυπήστε προτού εισέλθετε

12. καλώ μέσω τηλεφώνου, παίρνω τηλέφωνο, te llamo después, σε καλώ μετά

13. μτφ, για φαγητό πικάντικο, αλμυρό, να καλεί> φέρνει δίψα,

estos pimientos llaman a la sed, αυτές οι πιπεριές φέρνουν δίψα

14. ναυ, μτφ, για άνεμο, viento, αλλάζω κατεύθυνση, σαν να καλεί για αλλού

15. ραντ, καλούμαι= ονομάζομαι, me llamo Juan, ονομάζομαι Χουάν

16. εκφ, no meterse donde no le llaman, να μην χώνομαι εκεί που δεν με σπέρνουν

¿quién llama? ποιος είναι;

como que me llamo… σαν να λέγομαι= να μη με λένε…,

¡como me llamo Juan que te voy a hacer cambiar!

να μη με λένε Χουάν αν δεν σε κάνω να αλλάξεις!

llamamiento πρχ κάλεσμα

1. α, έκκληση προς κάποιον, κάλεσμα, llamamiento a la revolución,

κάλεσμα για επανάσταση

2. νομ, διορισμός κηδεμόνα, llamamiento de tutor

ή διορισμός κληρονόμου, llamamiento de heredero

3. πράξη και αποτέλεσμα του llamar

4. σνθ, llamamiento a filas, στρ, πρόσκληση κατάταξης

llamamiento al orden, ανάκληση στην τάξη

5. εκφ, hacer un llamamiento, απευθύνω έκκληση, κάνω κάλεσμα,

El partido hizo un llamamiento a sus miembros para que apoyaran la moción,

Το κόμμα απεύθυνε έκκληση στα μέλη του να υποστηρίξουν την πρόταση

llamada 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του llamar, χτύπημα πόρτας,

La llamada en la puerta a las 3 am me asustó,

Το χτύπημα στην πόρτα στις 3 τα ξημερώματα με τρόμαξε

2. κλήση τηλεφωνική, de teléfono, tienes 5 llamadas en el contestador,

έχεις 5 κλήσεις στον τηλεφωνητή σου

3. κάλεσμα, κλήση σε άτομο, για βοήθεια ή ειδοποίηση για κάτι,

los bomberos acudieron de inmediato a la llamada de socorro,

οι πυροσβέστες προσέτρεξαν αμέσως στο κάλεσμα για βοήθεια

esa bocina es la llamada para ir a comer, αυτή η κόρνα είναι η κλήση για να πάμε για φαί

Esta es la última llamada para los pasajeros que viajan a Costa Rica,

Αυτή είναι η τελευταία κλήση για τους επιβάτες που ταξιδεύουν στην Κόστα Ρίκα

4. μτφ, κλήση από κάτι, έλκυση, la llamada de la selva, η κλήση της ζούγκλας

5. μτφ, παραπομπή σε βιβλίο

6. πλφ, κλήση

7. στρ, πρόσταγμα για να πάρει τα όπλα

8. θρη, κάλεσμα, κλήση, el monje escuchó la llamada de la iglesia cuando era muy joven,

Ο μοναχός άκουσε το κάλεσμα της εκκλησίας όταν ήταν πολύ μικρός

9. σνθ, llamada a cobro revertido, κλήση με χρέωση του καλούμενου

llamada a escena, θτρ, μπιζάρισμα

llamada al orden, ανάκληση στην τάξη

llamada en espera, perdida, κλήση σε αναμονή, αναπάντητη κλήση

llamada interurbana, interprovincial, υπεραστική κλήση, κλήση εσωτερικού

llamada local, provincial, τοπική κλήση

10. εκφ, atender una llamada, απαντώ σε μια κλήση

hacer una llamada, κάνω μια κλήση

llamado, da πρχ καλούμενος

1. ε, ονομαζόμενος, -η, -o, καλούμενος, -η, -o με όνομα, un director llamado Poro,

ένας διευθυντής ονομαζόμενος Πόρο

2. με παρατσούκλι, επον-ομαζόμενος, -η, -ο, Juan llamado el Cojo,

ο Χουάν o επονομαζόμενος Χωλός

3. μτφ, υποθετικά καλούμενος= λεγόμενος, -η, -o, υποτιθέμενος, -η, -o,

los llamados juegos de suerte, τα λεγόμενα τυχερά παιχνίδια

4. εκφ, (estar) llamado a (hacer) algo, είμαι καλεσμένος να κάνω κάτι=

για άτομο, προορίζομαι για κάτι, este hombre estaba llamado a ser presidente,

αυτός ο άντρας ήταν προορισμένος, προοριζόταν να γίνει πρόεδρος

για πράγμα, μέλλει να κάνει ή είναι προορισμένο, καταδικασμένο,

el avión fue un invento llamado a cambiar el mundo,

το αεροπλάνο ήταν μια εφεύρεση που έμελλε να αλλάξει τον κόσμο

Un proyecto mal organizado está llamado al fracaso,

Ένα κακώς οργανωμένο έργο είναι καταδικασμένο σε αποτυχία

muchos son los llamados, pocos los elegidos, πολλοί γαρ εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί

llamado 1. α, πράξη του llamar

2. σνθ, llamado a cobro revertido, κλήση με χρέωση του καλούμενου

llamado a filas, στρ, πρόσκληση κατάταξης

llamado al orden, ανάκληση στην τάξη

llamado de atención, προειδοποίηση

llamado de socorro, auxilio κλήση για βοήθεια

llamado local, urbano αστική κλήση

3. εκφ, hacer un llamado, κάνω μια κλήση

hacer un llamado a algo, κάνω έκκληση για κάτι,

el presidente hizo un llamado para pedir la colaboración ciudadana,

o Πρόεδρος έκανε έκκληση για να ζητήσει την συνεργασία των πολιτών

llamador, ra 1. α θ, καλών, καλούσα

llamador 1. α, καλεστής πόρτας= ρόπτρο

2. κουδούνι

llamadera 1. θ, βουκέντρα, επειδή καλεί τα βόδια

llamativo, va πρχ αυτό που καλεί την προσοχή, καλεσματικό

1. ε, για ρούχα, χτυπητός, -ή, -ó, προκλητικός, ή, -ό, Llevaba un vestido muy llamativo, Φόραγε ένα πολύ προκλητικό φόρεμα

2. για χρώμα, έντονος, -η, -o, A mi hermana le encanta vestirse con colores llamativos,

Η αδερφή μου λατρεύει να ντύνεται με έντονα χρώματα

3. για άτομο, τραβηχτικός, -ή, -ó

4. για κάτι που προκαλεί εντύπωση, χτυπητός, -ή, -ó

llamativamente 1. επρ, χτυπητά, έντονα

claro πρχ α-γλαός= λευκός, φωτεινός, λαμπρός, πρχ γλάρος= λευκός, άσπρος,

πρχ καθαρό> κλαρο, σημαίνει κενό σε κάτι και τις έννοιες που παράγει

1. α, μτφ, χώρος καθαρός= ξέφωτο σε δάσος, acamparemos en un claro del bosque,

θα κατασκηνώσουμε σε ένα ξέφωτο του δάσους

2. μτφ, κενό, άνοιγμα σε πλήθος

3. μτφ, άνοιγμα στα σύννεφα

4. μτφ, άνοιγμα σε επιφάνεια

5. μτφ, κενό διάστημα ανάμεσα σε λέξεις

6. μτφ, παύση λόγου σε ομιλία

7. μτφ, το πιο έντονα φωτιζόμενο μέρος ενός πίνακα

8. ατκ, μτφ, φεγγίτης, φωταγωγός

9. στρ, κενό σε διάταξη, había un claro en la formación militar,

υπήρχε ένα κενό στην στρατιωτική διάταξη

10. μτφ, κενό χρονικό ηρεμίας σε βροχή, φαινόμενο, salí de casa en un claro de la tormenta,

βγήκα από το σπίτι σε ένα κενό της καταιγίδας

11. μτφ, κενό σε μαλλί= καράφλα

12. σνθ, claro de luna σεληνόφως, φεγγαρόφωτο

13. εκφ, de claro en claro, απ’ άκρου εις άκρον

llenar un claro, συμπληρώνω ένα κενό

claro, ra πρχ αγλαός= λευκός, φωτεινός, πρχ γλάρος, πρχ καθαρός

1. ε, με πολύ φώς, φωτεινός, -ή, -ó, habitación clara, δωμάτιο φωτεινό

2. για καιρό, αίθριος, -α, -o, καθαρός, -ή, -ó, un día claro, μια αίθρια ημέρα,

un cielo claro, ένας καθαρός ουρανός

3. για χρώμα, ανοιχτόχρωμος, -η, -ο, Mi hija prefiere pintar con crayones de azul claro,

Η κόρη μου προτιμά να ζωγραφίζει με μπλε ανοιχτόχρωμες κηρομπογιές

4. για φως, φωτεινός, -ή, -ό, λαμπερός, -ή, -ό,

Solo recuerdo que una luz clara rodeó al ángel,

Θυμάμαι μόνο ότι ένα λαμπερό φως περιέβαλλε τον άγγελο

5. για ήχο, καθαρός, -ή, -ό, pronunciación clara, προφορά καθαρή

6. για άτομο, έξυπνος, -η, -ο, es un chico de mente clara, είναι ένα παιδί με μυαλό έξυπνο

7. που κατανοείται εύκολα, σαφής, -ής, -ές, argumento claro, επιχείρημα σαφές

La explicación no estuvo clara. No tengo idea de cómo contestar esta pregunta,

Η εξήγηση δεν ήταν σαφής. Δεν έχω ιδέα πώς να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση

8. για εικόνα, ευκρινής, -ής, -ές, καθαρός, -ή, -ó

9. για υλικό όχι πυκνό, αραιός, -ή, -ó, sopa, salsa clara, αραιή σούπα, σάλτσα

10. για μαλλί, αραιός, -ή, -ó, pelo claro, αραιά μαλλιά

11. που φαίνεται ξεκάθαρα, ξεκάθαρος, -η, -ο, ολοφάνερος, -η, -ο, καταφανής, -ής, -ές,

demuestra una clara mejoría, δείχνει μια ξεκάθαρη βελτίωση

¿está claro? είναι ξεκάθαρο;

12. για άτομο με καθαρή καταγωγή, επιφανής, -ής, -ές, διαπρεπής, -ής, -ές,

claros varones de España, επιφανείς άνδρες της Ισπανίας

13. ταυ, ταύρος που εφορμά καθαρά>αμέσως, που δεν είναι ύπουλος

14. χωρίς βρωμιά, καθαρός, -ή, -ό, consiguió dejar los cristales claros,

κατάφερε να αφήσει τα τζάμια καθαρά

15. που περνάει το φώς, διάφανος, -η, -ο, agua clara, νερό διάφανο

16. για υγρό, líquido, καθαρός, -ή, -ό, διαυγής, -ής, -ές

El agua estaba tan clara que se podían ver las conchas en el fondo,

Το νερό ήταν τόσο καθαρό που μπορούσαν να ιδωθούν τα κοχύλια στον πάτο

17. εκφ, a las claras, κάνω κάτι στα καθαρά= ανοιχτά, με σαφήνεια, έκδηλα, φανερά, δημόσια, vamos a hablar de esto a las claras, πάμε να μιλήσουμε για αυτό ανοιχτά

bien claro, πρχ ευ-καθαρό= ξεκάθαρο

dejar algo (en) claro, αφήνω κάτι καθαρό= ξεκαθαρίζω κάτι

estar claro, είναι προφανές, είναι ολοφάνερο, está claro que es el ganador,

είναι προφανές ότι είναι ο νικητής

¡las cuentas claras y el chocolate espeso! οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους!

más claro que el agua, πιο καθαρό κι από το νερό= ολοφάνερο, ηλίου φαεινότερον

pasar una noche en claro, περνώ μια νύχτα άγρυπνος

poner algo en claro, θέτω κάτι ξεκάθαρο= ξεκαθαρίζω κάτι

por lo claro, από το καθαρό μονοπάτι= χωρίς περιστροφές, καθαρά, ξεκάθαρα

sacar algo en claro, βγάζω στο φώς κάτι= ξεδιαλύνω, διαλευκάνω

tener algo (en) claro, έχω σαφές, ξεκάθαρο, ξέρω, tengo claro que no vendrá,

ξέρω πολύ καλά ότι δεν θα έρθει

claridad πρχ αγλαότητα= φωτεινότητα, λευκότητα σε κάτι, είναι η ιδιότητα του claro

1. θ, για φώς, λαμπρότητα, φωτεινότητα, la claridad del día, η φωτεινότητα της ημέρας

2. για πράγμα, διαφάνεια, καθαρότητα, la claridad del agua, η διαφάνεια του νερού

3. μτφ, για λόγια, ειλικρίνεια, ευθύτητα, habla con claridad, μίλα με καθαρότητα,

ειλικρινά, ευθέως

4. μτφ, για ήχο, εικόνα, σαφήνεια, ευκρίνεια, ενάργεια, te escucho con claridad,

σε ακούω με σαφήνεια,

5. μτφ, για νόημα, σαφήνεια, entendió con claridad sus propósitos,

κατάλαβε με σαφήνεια τους σκοπούς του

6. σνθ, claridad meridiana, καθαρότητα μεσημεριανή= απόλυτη σαφήνεια,

lo explicó con claridad meridiana, το εξήγησε με απόλυτη σαφήνεια

7. cuanto menos bulto, más claridad, όσο λιγότεροι τόσο το καλύτερο

ser de una claridad meridiana, είναι ηλίου φαεινότερον

claro 1. επρ, με σαφήνεια,καθαρά, ξεκάθαρα, ολοφάνερα, dilo claro y sin rodeos,

πες το καθαρά και χωρίς περιστροφές

claro 1. επφ, καθαρό είναι> για να δηλώσει επιβεβαίωση για κάτι, φυσικά, ασφαλώς,

¡claro que iré!, no lo dudes, φυσικά και θα πάω! μην το αμφιβάλλεις

Claro que tengo razón, Φυσικά και έχω δίκιο

2. εκφ, ¡claro está! ασφαλώς!, βέβαια!, φυσικά!

¡claro que no! και βέβαια όχι!, ασφαλώς όχι!

¡claro que sí! και βέβαια!, ασφαλώς!

¡pues claro! ασφαλώς!, βέβαια!, φυσικά!

claramente 1. επρ, καθαρά, ξεκάθαρα

claroscuro 1. α, τεχ, πρχ καθαρόσκούρο= φωτο-σκίαση, σκιο-φωτισμός

clarucho, cha 1. ε, πρχ γλαρούτσικο= πολύ λευκός> πολύ αραιωμένος, -η, -ο

entreclaro, ra 1. ε, πρχ ενδο-καθαρό= λίγο ανοιχτό-χρωμος, -η, -ο, καθαρός, -ή, -ό

preclaro, ra 1. ε, για άτομο, πρχ περι-αγλαός> με πολύ φώς, επιφανής, -ής, -ές,

διαπρεπής, -ής, -ές, asistieron al congreso los más preclaros científicos,

παρακολούθησαν το συνέδριο οι πιο επιφανής επιστήμονες

clara 1. θ, το καθαρό μέρος του αυγού= ασπράδι αβγού

2. ουρανός καθαρός, αιθρία

3. μπίρα με γκαζόζα

4. εκφ, las claras del día, τα καθαρά της ημέρας= το χάραμα

tener unas claras, έχω μερικά καθαρά σημεία στο μαλλί= έχω αραίωμα στα μαλλιά

claraboya 1. θ, πρχ αγλαο-βολο> φωτο-βολο= φεγγίτης

clarión 1. α, πρχ σαν γλάρος> άσπρο= κιμωλία, σαπουνάκι ράφτη

clarividencia 1. θ, πρχ καθαρή-βίντεο> όραση= διορατικότητα, οξυδέρκεια,

su clarividencia le hace ser un abogado magnífico,

η διορατικότητα του τον κάνει να είναι ένας δικηγόρος καταπληκτικός

2. διορατικότητα να βλέπω μελλοντικά γεγονότα

clarividente 1. ε, διορατικός, -ή, -ό

2. οξυδερκής, -ής, -ές

3. α θ, μέντιουμ, πνευματιστής, -ια

clarear 1. ρμ, ρα, δίνω φώς, φωτεινότητα σε κάτι, φωτίζω,

el blanco de las paredes clarea la habitación, το λευκό των τοίχων φωτίζει το δωμάτιο

Los primeros rayos del sol empezaron a clarear el interior de la casa,

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να φωτίζουν το εσωτερικό του σπιτιού

2. ρα, για ημέρα, χαράζω, se marchó cuando clareaba el día, έφυγε όταν χάραζε η ημέρα

Empezaba a clarear cuando el viajero llegó a la puerta de la ciudad,

άρχιζε να ξημερώνει όταν ο ταξιδιώτης έφτασε στην πύλη της πόλης

al clarear el día, καθώς χαράζει

3. αιθριάζει ο ουρανός, ανοίγει καιρός, Después de horas lloviendo por fin empezó a clarear,

Μετά από ώρες βροχής, επιτέλους άρχισε να ανοίγει ο καιρός

4. ρα, ραντ, για ύφασμα που γίνεται διάφανο το υλικό ή φθείρεται,

esta blusa clarea mucho, αυτή η μπλούζα φθείρεται πολύ

5. ραντ, μτφ, ξε-καθαρίζω> δείχνω άθελα πρόθεση μου, φανερώνω χωρίς να θέλω,

διαφαίνεται κάτι, con ese ademán de desdén se clareó,

με αυτή την χειρονομία απαξίωσης φανερώθηκε, έδειξε την πρόθεση του

clarecer 1. ρα, χαράζει, ξημερώνει, ya ha clarecido, ήδη έχει ξημερώσει

El gallo comenzó a cacarear cuando clareció, Ο πετεινός άρχισε να λαλεί όταν ξημέρωσε

clareo 1. α, ξέφωτο δάσους, clareo de bosque

clarete πρχ με καθαρό χρώμα

1. ε, για οίνο, ροζέ

2. ανοιχτοκόκκινος, -η, -o

3. α, ροζέ κρασί

4. ανοιχτόχρωμο κόκκινο κρασί

clarificar 1. ρμ, καθαρο-φιάχνω= αποσαφηνίζω, διευκρινίζω, διαφωτίζω κάτι,

clarificó el tema para las personas ajenas a la materia,

αποσαφήνισε το θέμα για τα άτομα άσχετα προς το υλικό

2. οιν, καθαρίζω, εξευγενίζω

3. φωτίζω κάτι, con las claraboyas clarificó los pasillos y las escaleras,

με τους φεγγίτες φώτισε τους διαδρόμους και τις σκάλες

4. βάζω ασπράδια στο φαί, claras

5. ραντ, ξεκαθαρίζω, αποσαφηνίζομαι, διευκρινίζομαι, διαφωτίζεται κάτι,

La situación era algo confusa al principio pero poco a poco se clarificó,

Η κατάσταση ήταν κάπως μπερδεμένη στην αρχή, αλλά σιγά-σιγά ξεκαθαρίστηκε

clarificación 1. θ, αποσαφήνιση, διασαφήνιση, διευκρίνιση σε νόημα, κατάσταση

2. εξήγηση σε κάτι

3. εξευγένισμα

clarificador, ra 1. ε, διευκρινιστικός, -ή, -ό

2. επεξηγηματικός, -ή, -ό

aclarar πρχ αγλαΐζω κάτι= το κάνω πιο φωτεινό, καθαρίζω και τις έννοιες τους

1. ρμ, φωτίζω την όψη σε κάτι, ανοίγω χρώμα, la camomila aclara el pelo,

το χαμομήλι ανοίγει το μαλλί

2. μτφ, καθαρίζω τη φωνή, hacer gárgaras para aclarar la voz,

να κάνω γαργάρες για να καθαρίσω την φωνή

3. μτφ, καθαρίζω το ρούχο από σαπουνάδες= ξεβγάζω, ξεπλένω,

Después de lavar la ropa, hay que aclararla con agua tibia,

Αφού πλύνετε τα ρούχα, πρέπει να τα ξεπλύνετε τα με χλιαρό νερό

4. μτφ, για υγρό, αραιώνω, διαλύω

5. για πυκνότητα σε υλικό, αραιώνω, aclara la salsa con agua, αραίωσε την σάλτσα με νερό

ή καθαρίζω χώρο από πυκνότητα, βλάστηση, αποψιλώνω,

El servicio forestal va a aclarar 40 hectáreas del bosque,

Η δασική υπηρεσία θα αποψιλώσει 40 εκτάρια δάσους

6. μτφ, εξηγώ, διευκρινίζω, aclaró las preguntas y la puntuación del examen,

διευκρίνισε τις ερωτήσεις και την βαθμολόγηση του διαγωνίσματος

¿Quién me puede aclarar lo que pasó aquí anoche?

Ποιος μπορεί να μου εξηγήσει τι συνέβη εδώ χθες το βράδυ;

Solo quiero aclarar que no te quise ofender con ese comentario,

Θέλω απλώς να διευκρινίσω ότι δεν θέλησα να σε προσβάλω με αυτό το σχόλιο

7. ρα, για καιρό, ανοίγω, καθαρίζω από σύννεφα, el tiempo ha aclarado,

ο καιρός έχει ανοίξει

8. για ημέρα, ξημερώνω, χαράζω, el día aclaraba, η ημέρα χάραζε

9. ραντ, για άτομο, καθαρίζω το μυαλό μου ή γίνομαι ξεκάθαρος προς κάποιον,

a ver si te aclaras, για να δω αν καθαρίσεις το μυαλό σου

aclaración 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του aclarar, -se

2. διευκρίνιση, διασαφήνιση σε νόημα

3. επεξήγηση, las aclaraciones marginales de este escrito son muy interesantes,

οι επεξηγήσεις περιθωρίου σε αυτό το γραπτό είναι πολύ ενδιαφέρουσες

aclarado 1. α, ξέβγαλμα

aclaratorio, ria 1. ε, διευκρινιστικός, -ή, -ó, nota aclaratoria, διευκρινιστική σημείωση

esclarecer πρχ εξ-αγλαΐζω κάτι> ρίχνω φώς

1. ρμ, φωτίζω χώρο, la luz del sol esclarecía las estancias interiores,

το φώς του ήλιου φώτιζε τα εσωτερικά δωμάτια

2. μτφ, ξεκαθαρίζω κάτι, αποσαφηνίζω, esclarecimos el malentendido rápidamente,

ξεκαθαρίσαμε την παρεξήγηση γρήγορα

3. για υπόθεση, μυστήριο, δια-λευκαίνω, el investigador no esclareció el misterio,

ο ερευνητής δεν διαλεύκανε το μυστήριο

4. μτφ, δια-φωτίζω μυαλό, γίνομαι έξυπνος, los años de estudio lo esclarecieron mucho,

τα χρόνια μελέτης των διαφώτισαν πολύ

5. μτφ, αγλαΐζω με τιμή κάποιον, δίνω αίγλη, ganar el premio lo esclareció mucho,

να κερδίσει το βραβείο του έδωσε αίγλη πολλή

6. ρα, για ημέρα, χαράζω, en verano esclarece más temprano,

το καλοκαίρι χαράζει πιο νωρίς

esclarecimiento 1. α, φωτισμός χώρου

2. διευκρίνιση νοήματος

3. διαφώτιση υπόθεσης

4. φωτισμός νου, μυαλού= ανάπτυξη νοημοσύνης

5. πράξη και αποτέλεσμα του esclarecer

esdarecedor, ra πρχ εξ-αγλαϊστικός

1. ε, δια-φωτιστικός, -ή, -ó, διευκρινιστικός, -ή, -ó,

argumentos esclarecedores, επιχειρήματα διαφωτιστικά

datos esclarecedores, διευκρινιστικά στοιχεία

esclarecido, da πρχ εξ-αγλαϊσμένος

1. ε, μτφ, για αξία σε άτομο, λαμπρός, -ή, -ό, επιφανής, -ής, -ές,

ciudadano esclarecido, επιφανής πολίτης

el cónsul es miembro de una esclarecida familia,

ο σύμβουλος είναι μέλος μιας επιφανής οικογένειας

2. για νοημοσύνη, λαμπρός, -ή, -ό, mente esclarecida, λαμπρό μυαλό

esclarecidamente 1. επρ, με πολύ φώς= επιφανώς, περίτρανα

declarar πρχ δια-κελεύω κάτι προς κάποιον= δηλώνω κάτι

1. ρμ, δηλώνω δημόσια, ομολογώ, declaró sus verdaderas intenciones,

δήλωσε τις αληθινές διαθέσεις του

"Mi papel de padre es el más importante de mi vida", declaró el actor,

«Ο ρόλος μου ως πατέρας είναι ο πιο σημαντικός της ζωής μου», δήλωσε ο ηθοποιός

El ministro declaró en rueda de prensa que no habrá recortes en educación,

Ο υπουργός σε συνέντευξη Τύπου δήλωσε ότι δεν θα υπάρξουν περικοπές στην παιδεία

2. διατρανώνω, ομολογώ, le declaró su amor, της ομολόγησε τον έρωτα του

3. δηλώνω υπάρχοντα, este año no ha declarado una de sus casas,

αυτή την χρονιά δεν έχει δηλώσει ένα από τα σπίτια του

Tendrás que declarar tus medicamentos en la aduana,

Θα πρέπει να δηλώσεις τα φάρμακά σου στο τελωνείο

4. κηρύσσω, la región fue declarada zona catastrófica,

το μέρος κηρύχτηκε πληγείσα περιοχή

5. νομ, κηρύσσω, el tribunal le declaró inocente, το δικαστήριο τον κήρυξε αθώο

6. ρα, νομ, καταθέτω, κάνω μια δήλωση, declarar ante el juez, καταθέτω στον δικαστή declarar en un juicio, καταθέτω σε μία δίκη

7. ραντ, εκ-δηλώνομαι υπέρ, κατά, me declaro a favor, en contra de la guerra,

εκδηλώνομαι υπέρ, κατά του πολέμου,

τάσσομαι ανοιχτά, υπέρ, La escritora se declaró a favor del matrimonio igualitario,

Η συγγραφέας τάχθηκε υπέρ της ισότητας στον γάμο

8. κηρύσσεται γεγονός, δηλώνω πράξη που θα κάνω επίσημα, κατεβαίνω, πάω ομαδικά,

declararse en huelga, κηρύσσομαι σε απεργία, κάνω απεργία,

Todo el personal de la fábrica se declaró en huelga,

Όλο το προσωπικό του εργοστασίου κατέβηκε σε απεργία,

declararse en quiebra, κηρύττω πτώχευση

9. μτφ, δηλώνω, εκδηλώνω, εξομολογούμαι τον έρωτά μου,

Me declaré a Ana, pero me dijo que yo para ella soy solo un amigo,

Εκδήλωσα τον έρωτα μου στην Άνα, αλλά μου είπε πως εγώ για αυτή είμαι μόνο ένας φίλος

10. νομ, δηλώνω, ομολογώ, declararse culpable, inocente, δηλώνω ένοχος, αθώος

11. εκ-δηλώνεται συμβάν, declararse un incendio, εκδηλώνεται μια πυρκαγιά

Se declaró una epidemia de cólera en la ciudad, Εκδηλώθηκε επιδημία χολέρας στην πόλη

declaración 1. θ, δήλωση δημόσια

2. νομ, δήλωση μάρτυρα, κατάθεση, μαρτυρία

3. μτφ, εκ-δήλωση φωτιάς, επιδημίας, αρχή σε συμβάν

4. μτφ, δήλωση έρωτα προς άτομο, εξομολόγηση

5. στο μπριτζ, «δήλωση»

6. πράξη και αποτέλεσμα του declarar, declararse

7. σνθ, declaración de renta, οκν, δήλωση εισοδήματος

declaración del impuesto sobre la renta, οκν, φορολογική δήλωση εισοδήματος

declaración fiscal, οκν, φορολογική δήλωση

declaración fuera de ley, κήρυξη ως παρανόμου

declaración jurada, ένορκη κατάθεση

de no culpabilidad, νομ, δήλωση αθωότητας

declaración de quiebra, νομ, κήρυξη πτώχευσης

8. εκφ, prestar declaración, νομ, κάνω δήλωση, καταθέτω

tomar declaración a alguien, καταγράφω την δήλωση κάποιου, παίρνω κατάθεση

prestar una declaración jurada, δίνω ένορκη κατάθεση, δήλωση, βεβαίωση

declarado, da 1. ε, δηλωμένος, -η, -o, es nazi declarado, είναι δηλωμένος ναζί

2. ολοφάνερος, -η, -ο, un amor declarado, μια αγάπη ολοφάνερη

declarante 1. ε, δηλών, -ούσα, -όν

2. α θ, δηλών, δηλούσα

3. νομ, καταθέτης, -ια, μάρτυρας

declaratorio, ria 1. ε, δηλωτικός, -ή, -ó

declaradamente 1. επρ, δηλωμένα, ανοιχτά, ειλικρινά

Scroll to Top