LISO

LISO= ΠΡΧ Λ-ΙΣΟ> ΙΣΙΟ, ΠΡΧ ΛΕΙΟ, ΠΡΧ Γ-ΛΥΣ(ΤΡ)Ω, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

liso, sa πρχ λείο ή (λ)ίσιο

1. ε, για επιφάνεια, έδαφος, χωρίς εξογκώματα, εμπόδια, ίσιος,- α, -ο, λείος, -α, -ο,

επίπεδος, -η, -ο, lijó la madera para dejarla bien lisa, λείανε το ξύλο για να την αφήσει λεία

2. για ύφασμα ενός χρώματος, μτφ, μονόχρωμος, -η, -ο, una tela lisa,

ένα μονόχρωμο ύφασμα

3. αθλ, για αγώνα στίβου χωρίς εμπόδια, los cien metros lisos, η κούρσα των 100 μέτρων

4. μτφ, πρχ λισο> λιτό, για ρούχο, φόρεμα, κουστούμι, κάτι χωρίς στολίδια, απλό, -ή, -ός,

la decoración de la casa es lisa, η διακόσμηση του σπιτιού είναι απλή

ή απλός, -ή, -ό, era una tarea lisa que podía hacer cualquiera,

ήταν ένα καθήκον απλό που μπορούσε να κάνει ο καθένας

5. για μαλλί, ίσιος, -α, -ο, tengo el pelo liso, έχω το μαλλί ίσιο

6. μτφ, για άτομο, που απαντά στα ίσια, πρχ λ-ισο> θρ-ασύς, -ύ, -εία, ασεβής, -ές, -ής

7. μτφ, για γυναίκα με ίσιο> μικρό στήθος, ese vestido favorece a las chicas lisas,

Αυτό το φόρεμα ευνοεί τα κορίτσια με μικρό στήθος

8. εκφ, lisa y llanamente, πρχ λεία και πλάνα= μτφ καθαρά και ξάστερα

liso 1. α, ορυ, λεία επιφάνεια σε πέτρα, λίθο

lisura 1. θ, λειότητα, ισότητα, ομαλότητα σε έδαφος, επιφάνεια,

La lisura de la piel, Η λειότητα του δέρματος

2. απλότητα χαρακτήρα, αγαθότητα, se aprovecharon de su lisura para engañarle,

εκμεταλλεύτηκαν την αγαθότητα του για να τον εξαπατήσουν

Me impresionó la lisura de su carácter, Με εντυπωσίασε η απλότητα του χαρακτήρα του

alisar πρχ αλισαρ> να λειάνω, ισιώνω ή π-λα(ν)ίσω

1. ρμ, ισιώνω το μαλλί, περνάω την χτένα, estaba alisando el cabello a su madre,

ίσιωνε το μαλλί στην μητέρα της

2. κάνω λεία, ίσια μια επιφάνεια, Hay que alisar la superficie antes de pintar,

Πρέπει να λειάνουμε την επιφάνεια πριν βάψουμε

ή σιδερώνω, alisar las sábanas, σιδερώνω τα σεντόνια

ή πρχ να αλισαρ> γυ-αλισω> γυαλίσω επιφάνεια

3. ραντ, λειαίνομαι για επιφάνεια, la tabla está alisada, η τάβλα είναι λειασμένη

4. ισιώνω το μαλλί μου, quierο alisarme el pelo, θέλω να ισιώσω το μαλλί μου

alisamiento 1. α, πρχ αλισα-μιεντο> λείασμα επιφάνειας, ίσιωμα, λείανση

2. γυάλισμα

alisado 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του alisar, λείανση, ίσιωμα, γυάλισμα

alisador, ra 1. ε, α θ, ισιωτικός, -ή, -ό, λειαντικός, -ή, -ό, που πράττει το alisar,

λειαντής, -ια, στιλβωτής, -ια, Uso un shampoo alisador para dejar el pelo ondulado lacio,

Χρησιμοποιώ ένα ισιωτικό σαμπουάν για να αφήσω τα κυματιστά μαλλιά μου ίσια

2. για μηχάνημα που το πράττει, ισιωτικός, -ή, -ό, λειαντικός, -ή, -ό

alisador 1. α, εργαλείο λείανσης, λειαντήρας, στίλβωτρο

alisadura 1. θ, λείανση, στίλβωμα, γυάλισμα

alisaduras 1. θ πλ, υπόλοιπο από λείανση, ξύσματα, ρινίσματα

deslizar πρχ ντεσ-λιθαρ> δι-ολισθ-αίνω= ολισθαίνω, γλιστρώ

1. ρμ, περνάω κάτι πάνω από μια επιφάνεια απαλά, το γλιστρώ απαλά, το ολισθαίνω

ha deslizado el dedo por la mesa, έχει γλιστρήσει το δάχτυλο από το τραπέζι

deslizaba la mano por sus cabellos, γλίστραγε το χέρι του στα μαλλιά της

2. γλιστρώ κάτι ώστε να φτάσει στον προορισμό του, desliza el papel debajo de la puerta γλίστρα το χαρτί κάτω από την πόρτα

3. γλιστρώ κάτι σε κάποιον ή σε κάτι με τρόπο κρυφό, le deslizó la entrada en el bolsillo,

του έριξε> γλίστρησε το εισιτήριο στην τσάντα

4. μτφ, σχολιάζω γραπτώς ή λέγω κάτι, σαν υπονοούμενο, σαν να γλιστρήσει η λέξη,

Cuando habla Juan le gusta deslizar palabras,

όταν μιλάει ο Χουάν του αρέσει να αφήνει υπονοούμενα

5. ραντ, για ένα υγρό, γλιστρώ, κυλάω, ρέω, el río se desliza por la tierra,

το ποτάμι κυλά μέσω του εδάφους

6. γλιστρώ σε επιφάνεια, se deslizó por el hielo, γλίστρησε πάνω στον πάγο

7. για ιμάντα, σχοινί που γλιστρά σε κάποιο μηχανισμό, εργαλείο, γλιστράω, τσουλάω

la cinta de la máquina se desliza con dificultad,

ο ιμάντας της μηχανής γλιστρά με δυσκολία

8. μτφ, για χρόνο που γλιστρά, κυλάει, la vida se desliza tranquilamente,

η ζωή κυλάει ήρεμα

9. οικ, για άτομο, ξεγλιστρώ, φεύγω αθόρυβα, από μια κατάσταση, από κάτι δυσάρεστο,

Siempre te deslizas si no te gusta compañia, πάντα ξεγλιστράς αν δεν σου αρέσει η παρέα

se deslizó de la casa antes de que acabara la fiesta,

ξεγλίστρησε από το σπίτι πριν τελειώσει η γιορτή

10. μτφ, κάνω ολίσθημα, se deslizó con sus inoportunos comentarios,

έκανε ολίσθημα με τα άκαιρα σχόλια του

deslizamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του deslizar, deslizarse

2. σνθ, deslizamiento de terreno, κατολίσθηση εδάφους

deslizable 1. ε, πρχ δι-ολίσθημο= που μπορεί να γλιστρά, συρόμενος, -η, -ο,

ventana deslizable, παράθυρο συρόμενο

deslizadero, ra πρχ δι-ολισ-τήριο,

1. ε, που ολισθαίνει, γλιστρά εύκολα, ολισθηρός, -ή, -ό,

procura andar con precaución porque el suelo está mojado y es deslizadero,

φρόντισε να βαδίζεις προσεκτικά διότι το έδαφος είναι βρεγμένο και είναι ολισθηρό

2. α, μέρος ή επιφάνεια εύκολης ολίσθησης

deslizante 1. ε, ολισθηρός, -ή, -ó, γλιστερός, -ή, -ó, για επιφάνεια, υλικό,

Al parecer, una sustancia deslizante en el pavimento provocó el accidente,

Προφανώς, μια ολισθηρή ουσία στο οδόστρωμα προκάλεσε το ατύχημα,

las superficies deslizantes son peligrosas, οι ολισθηρές επιφάνειες είναι επικίνδυνες

2. για αντικείμενο, συρόμενος, -η, -ο, puerta deslizante, συρόμενη πόρτα

3. μτφ, ολισθηρός, -ή, -ó, el terreno deslizante de la política española,

το ολισθηρό τερέν της ισπανικής πολιτικής

desliz πρχ ντεσ-λιθ> δι-ολισθ> ολίσθημα

1. α, για άτομο, γλίστρημα, Tuvo un desliz en el hielo pero logró mantenerse en pie,

Είχε ένα γλίστρημα στον πάγο αλλά κατάφερε να σταθεί στα πόδια του

2. για αντικείμενο, ολίσθηση, el desliz de la placa tectónica,

η ολίσθηση της τεκτονικής πλάκας

3. μτφ, σφάλμα, ολίσθημα, cometió un desliz al preguntarle por su ex-marido,

έκανε ένα ολίσθημα όταν την ρώτησε για τον πρώην άντρα της

Fue un desliz verbal, Ήταν ένα λεκτικό ολίσθημα, σαρδάμ

4. μτφ, ολίσθημα ηθικό, απιστία, παραστράτημα σε σχέση, γάμο,

tuvo un desliz con su secretaria, είχε μια απιστία με την γραμματέα του

5. σνθ, desliz de juventud, νεανικό σφάλμα

6. εκφ, tener, cometer un desliz, έχω ένα ολίσθημα, διαπράττω σφάλμα,

Cometió un pequeño desliz, Έκανε ένα μικρό ολίσθημα, σφάλμα

ή κάνω απιστία σε σχέση, γάμο

Scroll to Top