LIMA= ΠΡΧ ΛΙΜΑ, ΛΙΜΑΡΩ, ΛΙΜΑΡΙΣΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lima 1. θ, εργαλείο λίμα, Necesitamos una lima para suavizar los bordes de las piezas de metal, Χρειαζόμαστε μια λίμα για να λειάνουμε τις άκρες των μεταλλικών κομματιών
2. λιμάρισμα, mientras tú haces la lima yo preparo el barniz,
Ενώ εσύ κάνεις το λιμάρισμα εγώ ετοιμάζω το βερνίκι
3. μτφ, λιμάρισμα σε κάτι= διόρθωση σε έργο, χτένισμα σε γραπτό κείμενο
4. ατκ, τεγίδα, επιτεγίδα
5. ατκ, ακμή, ράχη στέγης
6. σνθ, lima de uñas, λίμα νυχιών, Tengo que hacerme las uñas, pero no encuentro la lima,
Πρέπει να φτιάξω τα νύχια μου, αλλά δεν βρίσκω τη λίμα
lima tesa, ατκ, εξωτερική γωνιαία δοκός.
lima hoya, ατκ, εσωτερική γωνιαία δοκός
lima sorda, αθόρυβη λίμα
ή μτφ, συναίσθημα ή ενοχή που με λιμάρει= σαράκι, μαράζι, καημός
7. εκφ, comer como una lima ή más que una lima, οικ, τρώω σαν λίμα= λιμασμένος
este chico come como un lima!, αυτό το παιδί τρώει σαν λιμασμένος
ser una lima, οικ, είμαι λιμάρης
limero, ra 1. α θ, έμπορος λιμών
limado 1. α, λιμάρισμα
2. μτφ, λιμάρισμα σε έργο, διόρθωση, τελειοποίηση, χτένισμα,
es necesario un limado del escrito, το κείμενο χρειάζεται χτένισμα
limado, da 1. ε, λιμαρισμένος, -η, -o
limador, ra 1. ε, λιμαδόρος, -α, ρινιστής, -ια
limadora 1. θ, λιμαδόρα
limadura 1. θ, λιμάρισμα, λείανση
2. μτφ, διόρθωση, χτένισμα, ρετούς
limaduras 1. θ πλ, απομεινάρια λιμαρίσματος= ρινίσματα, ψήγματα, ξύσματα,
limaduras de hierro, ρινίσματα σιδήρου
limalla 1. θ, ρινίσματα, ψήγματα, ξύσματα
limar 1. ρμ, λιμάρω, λειαίνω, lima el estante antes de barnizarlo,
λίμαρε το ράφι πριν το βερνικώσεις
2. μτφ, λιμάρω ένα έργο= διορθώνω, χτενίζω, κάνω ρετούς,
limó el cuadro antes de darlo por terminado,
διόρθωσε το κάδρο πριν το δώσει για τελειωμένο
hay que limar el texto un poco, πρέπει να χτενίσεις το κείμενο λιγάκι
3. μτφ, λιμάρω= αφαιρώ, αποσιωπώ κάτι, esa información mejor que la limes,
αυτή την πληροφορία καλύτερα να την αποσιωπήσεις
4. μτφ, λιμάρω σωματικά, σε δύναμη, ελαττώνω, la enfermedad ha limado sus fuerzas
η αρρώστια έχει ελαττώσει τις δυνάμεις του
5. μτφ, λιμάρω, αμβλύνω ένταση σε φιλονικία, διαφωνία, ειρηνεύω,
su intervención limó la disputa de los niños,
η παρέμβαση του ειρήνευσε την αντιλογία των παιδιών
limatón 1. α, ράσπα