LIENDRE

LIENDRE= ΠΡΧ Λ-ΙΕΝΔΡΕ> Κ-ΟΝΙΔΡΑ> ΚΟΝΙΔΑ

liendre 1. θ, κόνιδα

lendrera 1. θ, χτένα για κόνιδες με πυκνά δόντια

lendrero 1. α, κονιδο-μερος

lendroso, sa 1. ε, κονιδιάρικος, -η, -ο, ψειριάρης, -α, -ικο

deslendrar 1. ρμ, ξε-κονιδιάζω= αφαιρώ τις κόνιδες

Scroll to Top