LEY= ΠΡΧ ΛΕΙ> ΛΕΞΗ, ΛΟΓΟΣ> ΝΟΜΟΣ, ΠΡΧ ΚΟΛΕΓΙΟ, ΠΡΧ ΚΟΛΙΓΑΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
colega πρχ κο-λίγας
1. α θ, συνάδελφος, La mitad de los empleados afirmaron que saldrían con un colega,
Οι μισοί εργαζόμενοι δήλωσαν ότι θα έβγαιναν έξω με έναν συνάδελφο
2. ομόλογος σε δημόσιο αξίωμα
3. φιλαράκι, κολλητός, -η, he quedado con los colegas, έχω κανονίσει με τα φιλαράκια μου
¡te has pasado, colega! το παράκανες, κολίγα!
Mis colegas y yo vamos a salir. Οι κολλητοί μου κι εγώ θα βγούμε έξω
colegui 1. α θ, οικ, κολίγας, φίλος, -η, φιλαράκι
colegatario, ria 1. α θ, νομ, πρχ συ-λεγμένος= συγκληρονόμος σε διαθήκη
colegio πρχ κο-λέγιο, πρχ συλ-λογος
1. α, σχολείο, mañana no hay colegio, αύριο δεν έχει σχολείο
2. σώμα, σύλλογος επαγγελματιών, el colegio de abogados, ο σύλλογος των δικηγόρων
3. σνθ, colegio apostólico, θρη, ιερο-διδασκαλείο
colegio de curas, monjas, θρη, σχολή μοναχών, καλογραιών
colegio concertado, ιδιωτικό σχολείο που επιδοτείται από το κράτος
colegio de educación especial, σχολείο ειδικής αγωγής
colegio de internos, οικο-τροφείο
colegio de pago, ιδιωτικό σχολείο
colegio de párvulos, νηπιαγωγείο
colegio electoral, πολ, εκλεκτορικό σώμα
colegio homologado, εγκεκριμένο σχολείο
colegio mayor, φοιτητική εστία
colegio público, estatal, privado, universitario,
δημόσιο, κρατικό, ιδιωτικό, πανεπιστημιακό εκπαιδευτικό κέντρο, ίδρυμα
4. εκφ, ir al colegio, πηγαίνω στο σχολείο
colegiar 1. ρμ, εγγράφω σε σύλλογο, επαγγελματικό σώμα
2. ραντ, εγγράφομαι σε σύλλογο, επαγγελματικό σώμα
colegiación 1. θ, εγγραφή σε σώμα επαγγελματιών, σύλλογο
colegiadamente 1. επρ, συγκροτώντας σώμα επαγγελματιών ή κοινότητα
colegiado, da 1. ε, για άτομο, εγγεγραμμένος, -η, -ο σε επαγγελματικό σώμα, σύλλογο
2. για σώμα, συγκροτημένος, -η, -ο σε σώμα, σύλλογο, συλλογικός, -ή, -ό,
el profesorado colegiado de Madrid, το καθηγητικό σώμα της Μαδρίτης
La actividad de los profesionales es regulada por un órgano colegiado,
Η δραστηριότητα των επαγγελματιών ρυθμίζεται από συλλογικό όργανο
3. α θ, εγγεγραμμένο μέλος ενός επαγγελματικού σώματος, συλλόγου, σωματείου,
Los traductores que son colegiados pueden votar en las elecciones del consejo directivo,
Οι μεταφραστές που είναι εγγεγραμμένα μέλη μπορούν να ψηφίσουν στις εκλογές για το διοικητικό συμβούλιο
colegiado 1. α, αθλ, διαιτητής, Ramírez será el colegiado que dirigirá la final de la copa,
Ο Ραμίρεζ θα είναι ο διαιτητής που θα διευθύνει τον τελικό του κυπέλλου
colegial, la 1. α θ, νήπιο σε σχολείο
2. μαθητής, -ια δημοτικού, Cuando era colegiala tenía que vestir con uniforme,
Όταν ήμουν μαθήτρια έπρεπε να ντύνομαι με στολή
3. μαθητής, -ια γυμνασίου, λυκείου
colegial 1. ε, του σχολείου, σχολικός, -ή, -ó
2. του μαθητή, μαθητικός, -ή, -ó, κολεγιακός, -ή, -ó, costumbres colegiales,
μαθητικές συνήθειες
3. σχετικός με σύλλογο, σωματείο, συλλογικός, -ή, -ό, σωματειακός, -ή, -ό
4. θ, καθολική εκκλησία με ηγούμενο με θεία λειτουργία από κολέγιο κανονικών ιερέων
colegiata 1. θ, θρη, καθολική εκκλησία με ηγούμενο με θεία λειτουργία από κολέγιο κανονικών ιερέων
ablegado 1. α, θρη, πρχ από-λεγατο= λεγάτος, εντεταλμένος εκπρόσωπος του Πάπα
vicelegado 1. α, θρη αντι-λεγάτος
vicelegación 1. θ, αποστολή του αντι-λεγάτου
alegato πρχ λεγάτο= λόγια ισχυρισμού για κάτι
1. α, ισχυρισμός, su discurso fue un alegato en contra del aborto,
η ομιλία του ήταν ένας ισχυρισμός κόντρα στην άμβλωση
2. νομ, αγόρευση, πρόταση, el alegato del abogado defensor,
η αγόρευση του συνηγόρου
3. σνθ, alegato de inocencia, τεκμήριο αθωώτητας
alegar πρχ λέγω για κάτι
1. ρμ, προ-λέγω> προ-φασίζομαι κάτι ως δικαιολογία, επιχείρημα, ισχυρίζομαι,
alega no estar enterado del nuevo reglamento,
προφασίζεται πως δεν είναι ενήμερος για το νέο κανονισμό
2. προ-λέγει προσόντα, ικανότητες, για να πετύχει κάτι, παραθέτω, προβάλλω,
no alega méritos para solicitar la plaza, δεν προβάλλει προσόντα για να ζητήσει την θέση
3. ρα, νομ, προβάλλω επιχειρήματα ή στοιχεία ενώπιον του δικαστηρίου,
el letrado alegó en defensa de su cliente,
ο δικηγόρος πρόβαλλε στοιχεία υπέρ του πελάτη του
alegación 1. θ, πρχ α-λεγασιον> λόγια για κάτι= ισχυρισμός, πρόφαση, δήλωση,
El político hará una alegación sobre el escándalo financiero,
Ο πολιτικός θα κάνει μια δήλωση σχετικά με το οικονομικό σκάνδαλο,
Todos escuchamos atentamente su alegación, pero no le creímos nada,
Όλοι ακούσαμε προσεκτικά τον ισχυρισμό του, αλλά δεν τον πιστέψαμε καθόλου
2. νομ, γραπτή ή προφορική κατηγορία, ισχυρισμός, επιχείρημα
El abogado refutó la alegación, Ο δικηγόρος διέψευσε την κατηγορία
3. σνθ, alegación de falsedad, νομ, ψευδής κατηγορία
alegal 1. ε, νομ, πρχ ά-λογος από τον νόμο= που δεν διέπεται από καμία νομοθεσία ούτε απαγορεύεται
delegar πρχ δια-λέγω> δίνω το λόγο> δίνω εξουσία, αρμοδιότητα σε κάποιον
1. ρμ, ορίζω, εκχωρώ εξουσία, μεταβιβάζω, αναθέτω,
un buen gerente es aquel que sabe delegar parte de sus responsabilidades,
ένας καλός διοικητής είναι εκείνος που ξέρει να εκχωρεί μέρος από τις ευθύνες του
2. ρα, εκχωρώ αρμοδιότητες, hay que saber delegar,
πρέπει να ξέρεις να εκχωρείς αρμοδιότητες
3. delegar en, εξουσιοδοτώ, ορίζω πληρεξούσιο,
delegó en el director general para que le representara en la junta,
εξουσιοδότησε το Γενικό Διευθυντή να τον εκπροσωπήσει στη Γενική Συνέλευση
delegación 1. θ, μεταβίβαση εξουσίας, εκχώρηση αρμοδιότητας, ανάθεση,
asumió la gestión de la compañia por delegación de su padre,
ανέλαβε τη διαχείριση της επιχείρησης με την εξουσιοδότηση του πατέρα του
La delegación de tareas hará el trabajo más rápido y eficiente,
Η ανάθεση καθηκόντων θα κάνει την εργασία πιο γρήγορη και αποτελεσματική
2. παράρτημα καταστήματος, γραφείο αντιπροσωπείας
3. αντιπροσωπεία σαν αξίωμα, me han dado la delegación de Madrid,
μου ανέθεσαν την αντιπροσωπεία της Μαδρίτης
4. αντιπροσωπεία από άτομα, la delegación de Grecia en el Congreso,
η αντιπροσωπεία της Ελλάδας στο Κογκρέσο
5. παράρτημα δημόσιας υπηρεσίας
6. σνθ, delegación comercial, εμπ, εμπορική αντιπροσωπεία
delegación de Hacienda, εφορία
delegación de poderes, εκχώρηση αρμοδιοτήτων, εξουσιών
delegación sindical, συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι ή συνδικαλιστικό γραφείο
delegado, da πρχ δια-λεγμένος από κάποιον να κάνει κάτι
1. ε, εντεταλμένος, -η, -o, consejero delegado, εντεταλμένος σύμβουλος
2. α θ, εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος
3. σνθ, delegado de curso, εκπρόσωπος συμβουλίου μαθητών
delegado de Hacienda, έφορος
delegado del Gobierno, εκπρόσωπος της Κυβέρνησης
delegado del personal, εκπρόσωπος των εργαζομένων
delegado sindical, συνδικαλιστικός εκπρόσωπος
subdelegar 1. ρμ, νομ, πρχ υπο-δια-λέγω= μεταβιβάζω την αρμοδιότητα μου
subdelegado, da 1. α θ, νομ, υπο-αντιπρόσωπος, αναπληρωτής απεσταλμένος
subdelegación 1. θ, νομ, υπεξουσιοδότηση, δευτερεύουσα μεταβίβαση αρμοδιοτήτων
legar πρχ λογίζω σε κάποιον
1. ρμ, κληροδοτώ ιδέες, τέχνες, αφήνω ως κληρονομιά, los Griegos nos legaron su cultura,
οι Έλληνες μάς κληροδότησαν τον πολιτισμό τους
2. επι-λέγω κληρονόμο, αφήνω κληρονομιά σε κάποιον, κληροδοτώ, κληρονομώ,
Era una mujer religiosa y legó todos sus bienes a la iglesia local,
Ήταν μια πιστή γυναίκα και κληροδότησε όλα τα υπάρχοντά της στην τοπική εκκλησία
3. δίνω το λόγο σε κάποιον για να με εκπροσωπήσει, αναθέτω, εξουσιοδοτώ κάποιον,
legaron al representante del personal para que negociara en nombre de todos, εξουσιοδότησαν τον εκπρόσωπο των εργαζομένων να διαπραγματευτεί εκ μέρους όλων
legado 1. α, κληροδότημα, κληρονομιά ιδεών, τέχνης, πολιτισμού
2. νομ, κληροδοσία, κληροδότημα, κληρονομιά,
Después de recibir el legado de su bisabuela, pudo comprarse una casa,
Αφού έλαβε την κληρονομιά από την προγιαγιά του, μπόρεσε να αγοράσει ένα σπίτι
3. θρη, λεγάτος ή αξίωμα λεγάτου
4. ιστ, λεγάτος ή αξίωμα λεγάτου
5. διπλωματική αντιπροσωπεία ή αντιπρόσωπος σταλμένος από εξουσία
6. σνθ, legado a látere, pontificio, λεγάτος του πάπα
legado a título singular, νομ, μοναδικός κληρονόμος
legado a título universal, νομ, καθολικός κληρονόμος
legatario, ria 1. α θ, κληροδόχος
2. σνθ, legatario universal, νομ, καθολικός κληροδόχος
legacía, legación 1. θ, πρεσβεία, αντιπροσωπεία
2. σνθ, legación diplomática, διπλωματική αντιπροσωπεία
leguleyo, a 1. α θ, υτμ, πρχ λογου-λάκος= δικηγοράκος, δικηγορίσκος
relegar 1. ρμ, πρχ περι-λογίζω> δίνω 2ο λόγο σε κάποιον, κάτι= υποβαθμίζω, υποβιβάζω, παραμερίζω, lo relegaron a un segundo plano, τον υποβάθμισαν σε ένα δεύτερο πλάνο
se siente relegado del proyecto, αισθάνεται παραμερισμένος από το σχέδιο
2. εξορίζω, le van a relegar, πρόκειται να τον εξορίσουν
relegación 1. θ, υποβάθμιση, υποβιβασμός, παραμερισμός
2. εξορισμός
ley πρχ λέξη, λόγος, λόγια νομικά= νόμος
1. θ, νόμος, νομοθεσία, δίκαιο, ley penal, civil, laboral, ποινικό δίκαιο, αστικό, εργατικό
Todos deberíamos ser iguales ante la ley,
Όλοι θα έπρεπε να είμαστε ίσοι ενώπιον του νόμου
2. νόμοι που διέπουν κάτι, las leyes de la física, οι νόμοι της φυσικής
3. θρη, Νόμος, los fieles deben respetar la ley, οι πιστοί οφείλουν να σέβονται το Νόμο
4. βαθμός καθαρότητας σε μέταλλο, τίτλος, la ley del oro se expresa en quilates,
ο βαθμός καθαρότητας του χρυσού εκφράζεται σε καράτια.
5. σνθ, ley agraria, αγροτικός νόμος
ley antigua, de Moisés, θρη, αρχαϊκός, Μωσαϊκός νόμος
ley consuetudinaria, κανόνας κοινού δικαίου, κανόνας εθιμικού δικαίου
ley de bases, νομ, νόμος-πλαίσιο
ley de despido, νομ, νόμος περί απολύσεων
ley de enjuiciamiento, νομ, Κώδικας Δικονομίας
ley de extranjería, νόμος περί αλλοδαπών
ley de la oferta y de la demanda, εμπ, νόμος της προσφοράς και της ζήτησης
ley de la selva, νόμος της ζούγκλας
ley del encaje, νομ, κατ’ απόλυτη διακριτική ευχέρεια του δικαστή
ley del más fuerte, o νόμος του ισχυρότερου
ley del mínimo esfuerzo, οικ, νόμος της ήσσονος προσπάθειας
ley de los máximos, νόμος της ανώτατης τιμής (πλαφόν)
ley de préstamos y arriendos, νομ, νόμος περί εκμισθώσεως και δανεισμού
ley de vida, ο νόμος της ζωής
ley divina, de Dios θρη, θείος νόμος, Νόμος του Θεού
leyes arancelarias, τελωνειακοί νόμοι
ley escrita, ο γραπτός Νόμος του Θεού
leyes del juego, οι κανόνες του παιχνιδιού
ley fundamental, νομ θεμελιώδης νόμος του κράτους, σύνταγμα
ley marcial, στρατιωτικός νόμος
ley marco, πολ, νόμος πλαίσιο
6. εκφ, con todas las de la ley, μτφ, κανονικά και με τον νόμο
ή σύμφωνα με τους κανονισμούς
en buena ley, κανονικά και με το νόμο
de ley, για άτομο, με τα όλα του, πραγματικός, un amigo de ley, ένας φίλος πραγματικός
dictar la ley, εκδίδω νόμο
es ley de vida, είναι νόμος της ζωής, έτσι είναι η ζωή
hecha la ley, hecha la trampa, πρμ, οι νόμοι φτιάχνονται για να παραβιάζονται
la ley del embudo, οικ, ο νόμος του χωνιού= δύο μέτρα και δύο σταθμά
no ser ley, δεν είμαι του νόμου= δε συμμορφώνομαι με τους κανόνες
promulgar una ley, δημοσιεύω ένα νόμο
seguir la ley del mínimo esfuerzo, οικ, είμαι θιασώτης της ήσσονος προσπάθειας
(ser) de buena ley, είμαι έντιμο άτομο ή για πράγμα, κατάσταση, είμαι καλής ποιότητας (ser) de mala ley, είμαι κακής πάστας άτομο ή είμαι κακής ποιότητας πράγμα
someterse a una ley, συμμορφώνομαι με ένα νόμο
tener fuerza de ley, έχω ισχύ νόμου
venir contra la ley, αντιτίθεμαι στο νόμο
leyes 1. θ πλ, νομ, πρχ λόγια νόμων= δίκαιο
2. σνθ, leyes de la gravedad, φσκ, νόμοι της βαρύτητας
3. εκφ, allá van leyes, donde quieren reyes, πρμ, εκεί παν οι νόμοι, όπου θέλουν οι βασιλείς = νόμος είναι το δίκαιο του ισχυρού
guardar las leyes, τηρώ τους νόμους
legislar 1. ρα, πρχ λογο-λατώ= νομοθετώ, El Congreso tiene la atribución de legislar en el área de los asuntos internacionales, Το Κογκρέσο έχει την εξουσία να νομοθετεί στον τομέα των διεθνών υποθέσεων
legislación 1. θ, νομ, νομοθεσία, La legislación de nuestro país prohíbe el trabajo infantil,
Η νομοθεσία της χώρας μας απαγορεύει την παιδική εργασία
2. επιστήμη νομοθέτησης
3. σνθ, legislación laboral, νομ, εργατική νομοθεσία
legislador, ra 1. ε, α θ, νομοθετικός, -ή, -ó, νομοθέτης, -ια
colegislador, ra 1. ε, συ-νομοθετικός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ό με την από κοινού νομοθέτηση
legislativo, va 1. ε, νομοθετικός, -ή, -ó
legislativas 1. θ πλ, βουλευτικές εκλογές
legislatura 1. θ, θητεία νομοθετικών σωμάτων
legislativamente 1. επρ, νομ, νομοθετικά
legislable 1. ε, που μπορεί να νομοθετηθεί
ilegislable 1. ε, που δεν μπορεί να νομοθετηθεί
legitimar 1. ρμ, πρχ λογω-τιμώ= κάνω νόμιμο κάτι
1. ρμ, νομιμοποιώ, legitimar un partido político, νομιμοποιώ ένα πολιτικό κόμμα
ή μτφ νομιμοποιώ συμπεριφορά
2. επικυρώνω, El arrendatario legitimó su firma ante notario, como requería el arrendador, Ο ενοικιαστής επικύρωσε την υπογραφή του ενώπιον συμβολαιογράφου, όπως απαιτούσε ο ιδιοκτήτης
3. νομιμοποιώ, αναγνωρίζω παιδί, El rey nunca legitimó a su hijo bastardo públicamente,
Ο βασιλιάς ποτέ δεν νομιμοποίησε τον νόθο γιο του δημόσια
legitimación 1. θ, νομιμοποίηση
2. επικύρωση
3. αναγνώριση παιδιού
4. σνθ, legitimación de capitales, νομιμοποίηση= ξέπλυμα κεφαλαίων
legitimador, ra 1. ε, νομιμοποιητικός, -ή, -ó, επικυρωτικός, -ή, -ó
legítima 1. θ, νομ, νόμιμη μοίρα
legitimario, ria 1. ε, νομ, σχετικός, -ή, -ó με τη νόμιμη μοίρα
2. α θ, δικαιούχος νόμιμης μοίρας
legitimidad 1. θ, νομιμότητα, Según la Corte Suprema, el Presidente actuó sin legitimidad,
Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, ο Πρόεδρος ενήργησε χωρίς νομιμότητα
2. εγκυρότητα, γνησιότητα
legitimismo 1. α, πολ, κληρονομικό δικαίωμα στην εξουσία
legitimista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με το κληρονομικό δικαίωμα στην εξουσία,
άτομο οπαδός στο κληρονομικό δικαίωμα στην εξουσία
legítimo, ma 1. ε, νομ, νόμιμος, -η, -o, es su propietario legítimo, είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης
hijo legítimo, παιδί νόμιμο, μέσα σε γάμο
2. θεμιτός, -ή, -ó, σύμφωνα με την ηθική, ha sido una victoria legítima, ήταν μια νίκη θεμιτή
3. γνήσιος, -α, -o, La datación por radiocarbono confirmó que esta es una reliquia legítima,
Η χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα επιβεβαίωσε ότι αυτό είναι ένα γνήσιο λείψανο
4. πλφ, γνήσιος, -α, -ο
legítimamente 1. επρ, νόμιμα
ilegitimar 1. ρμ, απο-νομιμοποιώ κάτι, κάποιον, ακυρώνω, απαγορεύω,
el notario ilegitimó todos los documentos de escrituración,
ο συμβολαιογράφος ακύρωσε την νομιμότητα όλων των εγγράφων
Cuando la nueva ley entre en vigor, esta actividad será ilegitimada,
Όταν τεθεί σε ισχύ ο νέος νόμος, αυτή η δραστηριότητα θα απαγορευτεί
ilegítimo, ma 1. ε, μη νόμιμο, παράνομος, -η, -ο, negocio ilegítimo, επιχείρηση παράνομη
¿Cuál es la pena por posesión ilegítima de armas de fuego?
Ποια είναι η ποινή για παράνομη κατοχή όπλων ;
2. εξώγαμος, -η, -ο, νόθος, -α, -ο, παράτυπος, -η, -o,
El hijo ilegítimo del rey también reclamaba el trono,
Ο νόθος γιος του βασιλιά διεκδικούσε επίσης τον θρόνο
3. μη γνήσιος, -α, -ο, cuadro ilegítimo, πίνακας μη γνήσιος
ilegitimidad 1. θ, παρανομία, έλλειψη νομιμότητας, παρατυπία
2. νοθογένεια
3. ιδιότητα του ilegítimo
legisperito 1. α, νομ, πρχ λογο-έμπειρος στον νόμο= θεμιστοπόλος, νομομαθής
legista 1. α θ, νομ, πρχ λεγ-ιστής= νομομαθής, νομοδιδάσκαλος, θεμιστοπόλος
deslegitimar 1. ρμ, από-νομιμοποιώ, ακυρώνω εγκυρότητα
2. μτφ, υπονομεύω, δυσφημίζω, κηλιδώνω
deslegitimación 1. θ, από-νομιμοποίηση
deslegitimador, ra 1. ε, απο-νομιμοποιητικός, -ή, -ó
legal 1. ε, σύμφωνα με τον νόμο, νόμιμος, -η, -o, no cumple los requisitos legales,
δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις
2. σχετικός με τον νόμο, νομικός, -ή, -ó, asesoramiento legal, νομικές συμβουλές
médico legal, ιατρο-δικαστής,
medicina legal, ιατρο-δικαστική
3. πιστός στον νόμο, καθήκον, αφοσιωμένος, -η, -o, un empleado legal,
ένας αφοσιωμένος υπάλληλος
4. για άτομο, που κρατά τον λόγο του= έμπιστος, -η, -o, su amigo es legal,
ο φίλος του είναι έμπιστος
5. οικ, μτφ, μη φακελωμένος, -η, -o για τρομοκράτη, terrorista legal
6. επίσημος, -ή, -ό, Ahora vivo en Barcelona, pero sigo teniendo residencia legal en Madrid,
Τώρα ζω στη Βαρκελώνη, αλλά εξακολουθώ να έχω νόμιμη κατοικία στη Μαδρίτη
legalidad 1. θ, νομ, νομιμότητα
legalismo 1. α, νομ, τυπολατρία
legalista 1. ε, α θ, τυπολατρικός, -ή, -ó, τυπολάτρης, -ισσα
legalizar 1. ρμ, νομιμοποιώ, El Congreso no legalizó el consumo de marihuana,
Το Κογκρέσο δεν νομιμοποίησε τη χρήση μαριχουάνας
2. επικυρώνω έγγραφο
legalización 1. θ, νομιμοποίηση
2. επικύρωση
legalizable 1. ε, νομ, που μπορεί να νομιμοποιηθεί
legalmente 1. επρ, νομ, νόμιμα
2. αφοσιωμένα, πιστά σε κάτι
ilegal 1. ε, πρχ ι-λεγαλ> ά-λογος= παράνομος, -η, -o, de forma ilegal, με παράνομο τρόπο,
La acusación dice que obtuvo los documentos por medios ilegales,
Η εισαγγελία υποστηρίζει ότι απέκτησε τα έγγραφα με παράνομα μέσα,
Con la nueva ley es ilegal beber alcohol en la calle,
Με τον νέο νόμο είναι παράνομη η κατανάλωση αλκοόλ στο δρόμο
2. α θ, λαθρομετανάστης, -ια
3. παράνομος εργάτης, -ια
ilegalidad 1. θ, παρανομία
ilegalizar 1. ρμ, καθιστώ παράνομο, un proyecto de ley que ilegalizaría la caza de ciervos,
ένα νομοσχέδιο που θα καθιστούσε παράνομο το κυνήγι ελαφιών
ilegalización 1. θ, προγραφή σε κάτι
ilegalmente 1. επρ, παράνομα
extralegal 1. ε, νομ, πρχ εξω-νομικό= που δεν προβλέπεται από το νόμο,
procedimientos extralegales, διαδικασίες που δεν προβλέπονται από το νόμο
extralegalmente 1. επρ, νομ, εξω-νομικά= με τρόπο που δεν προβλέπεται από το νόμο
privilegio πρχ πριβέ-λόγιο= προ-νόμιο
1. α, προνόμιο, Las grandes corporaciones gozan de ciertos privilegios fiscales,
Οι μεγάλες εταιρείες απολαμβάνουν ορισμένα φορολογικά προνόμια,
Nacer en una familia rica es un privilegio que muchos no tienen,
Το να γεννηθείς σε μια πλούσια οικογένεια είναι ένα προνόμιο που δεν έχουν πολλοί,
privilegios diplomáticos, προνόμια διπλωματικά
2. μτφ, προνόμιο, γεγονός, κατάσταση ευχάριστη, es un privilegio poder vivir con tanto lujo,
είναι ένα προνόμιο να μπορώ να ζω με τόση πολυτέλεια,
es un privilegio escucharle, είναι ένα προνόμιο να σας ακούσω
3. σνθ, privilegio de invención, πρχ υπερ-λόγιο= δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
privilegio del canon, θρη, εκκλησιαστικό προνόμιο
privilegios de acceso, πλφ, προνόμια πρόσβασης
4. εκφ, tengo el privilegio de presentar a… , έχω το προνόμιο να παρουσιάσω τον, την…
privilegiar πρχ δίνω προ-νόμιο σε κάποιον ή δίνω προτεραιότητα σε κάτι, ευνοώ
1. ρμ, προνομο-ποιώ κάποιον, ευνοώ, δίνω προτεραιότητα σε κάτι,
el gobierno ha privilegiado a los inversores,
η κυβέρνηση έχει δώσει προνόμια στους επενδυτές
Las empresas deben privilegiar la inversión en tecnología para mantenerse competitivas,
Οι εταιρείες πρέπει να δώσουν προτεραιότητα στις επενδύσεις στην τεχνολογία για να παραμένουν ανταγωνιστικές,
El gobierno socialista privilegia a la clase trabajadora,
Η σοσιαλιστική κυβέρνηση ευνοεί την εργατική τάξη,
Es importante privilegiar el diálogo en lugar del conflicto,
Είναι σημαντικό να δώσουμε προτεραιότητα στον διάλογο αντί για τη σύγκρουση
privilegiado, da 1. ε, προνομιούχος, -α, -o, clases privilegiadas, προνομιούχες τάξεις
2. μτφ, με προνόμιο, πλεονέκτημα έναντι σε άλλον, προνομιακός, -ή, -ó, εξαιρετικός, -ή, -ó,
memoria, inteligencia privilegiada, εξαιρετική μνήμη, ευφυΐα
La ubicación privilegiada del pueblo nos permite disfrutar tanto del monte como de la playa,
Η προνομιακή τοποθεσία του χωριού μας επιτρέπει να απολαύσουμε τόσο το βουνό όσο και την παραλία
3. α θ, προνομιούχος, Los privilegiados nunca lo pasan mal para llegar a fin de mes,
Οι προνομιούχοι ποτέ δεν δυσκολεύονται για να τα βγάλουν πέρα
4. μτφ, ιδιοφυία, μεγαλοφυΐα
leal πρχ που κρατά τον λόγο του
1. ε, για άτομο, πιστός, -ή, -ό, αφοσιωμένος, -η, -o, un amigo, súbdito leal,
ένας πιστός φίλος, υπήκοος
un partido leal al presidente, ένα κόμμα αφοσιωμένο στον Πρόεδρο
2. πιστός, -ή, -ó σε ιδέες, πεποίθηση, un hombre leal a sus principios,
ένας άνθρωπος πιστός στις αρχές του
3. για ζώο, πιστός, -ή, -ó
4. α θ, αφοσιωμένος, -η
lealtad 1. θ, πίστη, αφοσίωση
2. αφοσίωση ατόμου, ζώου
lealista 1. ε, α θ, πολ, πιστός, -ή, -ό, στην κυβερνώσα παράταξη
lealmente 1. επρ, πιστά, αφοσιωμένα
desleal 1. ε, άπιστος, -η, -o, ανέντιμος, -η, -o, Los cortesanos que eran sospechados de ser desleales al rey eran ejecutados, Οι αυλικοί που ήταν ύποπτοι να είναι άπιστοι προς τον βασιλιά εκτελέστηκαν
2. αθέμιτος, -η, -o, Nuestra empresa fue acusada de competencia desleal,
Η εταιρεία μας κατηγορήθηκε για αθέμιτο ανταγωνισμό
deslealtad 1. θ, απιστία, ανεντιμότητα
deslealmente 1. επρ, άπιστα, ανέντιμα
2. αθέμιτα