LEMNOS

LEMNOS= ΠΡΧ ΛΗΜΝΟΣ

Lemnos 1. ονο, Λήμνος

lemnio, nia 1. ε, λημνιακός, -ή, -ó, λημνιώτικος, -η, -o

2. α θ, Λημνιός, Λημνιά

3. α, λημνιώτικα

lemniscata 1. θ, γεω, λημνίσκος

Scroll to Top