LEJOS= ΠΡΧ ΛΕΧΟΣ> ΔΟ-ΛΙΧΟΣ> ΜΑΚΡΙΑ, ΠΡΧ ΜΑΚΡΟΥ-ΛΙΚΟΣ= ΜΑΚΡΙΑ,
ΠΡΧ ΛΟΥΚΑ-ΝΙΚΟ> ΜΑΚΡΙΑ, ΠΡΧ ΛΑΓΑΡΟΣ= ΜΑΛΑΚΟΣ,
ΠΡΧ ΡΗΜΑ ΑΛΕΧΑΡ> ΑΛΕΞΩ> ΑΠΩΘΩ, ΔΙΩΧΝΩ, ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lejos πρχ δο-λιχος= μακριά ή πρχ μακρού-λικος> λεχος = μακριά
1. επρ, μακριά στο χώρο ή στο χρόνο, Fer está lejos de Ana, Ο Φερ είναι μακριά από την Άνα
Todavía está lejos nuestra boda, Ο γάμος μας είναι ακόμα μακριά
2. εκφ, de lejos, από μακριά, de lejos parece grande, από μακριά φαίνεται μεγάλο
ή μτφ, μακράν, με διαφορά, es de lejos, el mejor, είναι μακράν, με διαφορά, o καλύτερος
ή μτφ, απο μακριά= ξεκάθαρα, De lejos se ve que es un gran profesional,
Από μακριά φαίνεται ότι είναι μεγάλος επαγγελματίας
a lo lejos, απο μακριά, se ve a lo lejos una enorme polvareda,
φαίνεται από μακριά ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης
lejos de, μακριά απο το να= αντι να, Lejos de mejorar, íbamos de mal en peor.
αντί να βελτιωθούμε, πηγαίναμε από το κακό στο χειρότερο
ni de lejos, ούτε απο μακριά= με καμία δύναμη, κανέναν τρόπο
sin ir más lejos, χωρίς να πάω πιο μακριά, μην πλατειάσω κάτι, μην το τραβάω παραπέρα, basta con tu palabra, sin ir más lejos, αρκεί με τον λόγο σου, μην πάμε παραπέρα
3. α, μακριά απόσταση, Esta figura tiene buen lejos,
Αυτή το σχήμα έχει καλή απόσταση (απο εδώ)
lejanía 1. θ, μακρινή απόσταση στον χώρο ή τον χρόνο,
El contacto frecuente entre mi amigo y yo compensa la lejanía,
Η συχνή επαφή του φίλου μου με εμένα αναπληρώνει την απόσταση
2. απόμακρο, απόμακρη τοποθεσία, La lejanía del lugar es tal que hace el viaje imposible,
Η απόμακρη τοποθεσία του τόπου είναι τέτοια που κάνει το ταξίδι αδύνατο
3. εκφ, en la lejanía, σε απόσταση, πέρα μακριά, en la lejanía se veía un viejo castillo,
σε απόσταση φαινόταν ένα παλιό κάστρο
lejano, na 1. ε, στο χώρο, χρόνο, μακρινός, -ή, -ó, un país lejano, μια μακρινή χώρα
épocas lejanas, μακρινές εποχές
2. για συγγενή, μακρινός, -ή, -ó, un pariente lejano, ένας μακρινός συγγενής
lejísimo 1. επρ, πολύ μακριά, μακρότατα, El hotel queda lejísimo de la playa,
Το ξενοδοχείο βρίσκεται πολύ μακριά από την παραλία
alejar 1. ρμ, απομακρύνω, Aleja la taza del borde de la mesa. Puede caerse,
Απομάκρυνε το φλιτζάνι από την άκρη του τραπεζιού. Μπορεί να πέσει,
intentó alejar a sus hijos de la droga, προσπάθησε να κρατήσει μακριά, απομακρύνει τα παιδιά του από τα ναρκωτικά
2. διώχνω, El perro alejaba los pájaros, ο σκύλος έδιωχνε τα πουλιά
3. ραντ, απομακρύνομαι, φεύγω, Si te molesta, dile que se aleje,
Αν σε ενοχλεί, πες του να απομακρυνθεί, φύγει
¡Niños tengan cuidado! ¡No se alejen mucho de la cabaña!
Παιδιά, να προσέχετε! Μην απομακρυνθείτε πολύ από την καλύβα!
4. alejarse de, απομακρύνομαι από, se aleja mucho del barrio,
απομακρύνεται πολύ από την γειτονιά
Después de perder las elecciones, se alejó de la política,
Μετά την ήττα στις εκλογές, αποχώρησε από την πολιτική
5. μτφ, απομακρύνομαι, χάνομαι με κάποιον, αποξενώνομαι,
Con el correr de los años, se alejaron, Με το πέρασμα των χρόνων, απομακρύνθηκαν
alejamiento 1. α, κυρ, μτφ, απομάκρυνση, αποξένωση ατόμων,
su alejamiento de la vida política, η απομάκρυνσή του από την πολιτική
el alejamiento entre ellas también afectó a sus esposos e hijos,
Η αποξένωση μεταξύ τους επηρέασε και τους συζύγους και τα παιδιά τους
alejado, da 1. ε, απομακρυσμένος, -η, -ο, απόμακρος, -η, -ο
viven en una casa alejada, μένουν σε ένα απομακρυσμένο σπίτι
laxo, xa πρχ λαξο> ρι-λαξ, λάσκα ή μτθ χαλα-ρός
1. ε, χαλαρός, -ή, -ó, πλαδαρός, -ή, -ó για μύ, σώμα
2. για υλικό, σχοινί, καλώδιο, χαλαρός, -ή, -ó, λάσκος, -α, -o
el cable no aguantará porque está laxo, το καλώδιο δεν θα αντέξει γιατί είναι χαλαρό
3. για ηθική, έκλυτος, -η, -o, χαλαρός, -ή, -ό
4. χαλαρός, -ή, -ό, No te preocupes por el código de vestimenta, las normas son muy laxas, Μην ανησυχείς για τον ενδυματολογικό κώδικα, οι κανόνες είναι πολύ χαλαροί
laxativo, va 1. ε, χαλαρωτικός, -ή, -ό
2. για έντερο, καθαρτικός, -ή, -ό
laxativo 1. α, καθαρτικό
laxar πρχ λασκάρω
1. ρμ, χαλαρώνω την ένταση σε κάτι, laxa la cuerda un poco, λάσκαρε το σκοινί λιγάκι
2. ραντ, χαλαρώνω ο ίδιος απο κάτι, en cuanto supo que había aprobado se laxó,
όταν έμαθε πως είχε περάσει χαλάρωσε
3. λασκάρω έντερο= προκαλώ κένωση με καθαρτικό ή κλύσμα
laxación 1. θ, χαλάρωση, λασκάρισμα σε κάτι, κάποιον
2. λασκάρισμα εντέρου= αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας με καθαρτικό ή κλύσμα
laxamiento 1. α, πρχ λασκάρισμα, χαλάρωση σε κάτι, κάποιον
2. λασκάρισμα εντέρου= αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας με καθαρτικό ή κλύσμα
laxante 1. ε, πρχ λασκαρωτικό= χαλαρωτικός, -ή, -ó, el efecto laxante de un masaje, baño,
η χαλαρωτική επίδραση ενός μασάζ, ενός μπάνιου
2. ιατ, λασκαρωτικό εντέρου= υπακτικός, -ή, -ό, καθαρτικός, -ή, -ό
3. α, καθαρτικό
laxismo 1. α, πρχ λασκαρισμός ή ρι-λαξισμός, δόγμα υπέρ της χαλάρωσης ηθικών νόμων
laxitud 1. θ, φσκ, πρχ λασκαρότητα, χαλαρότητα, πλαδαρότητα
2. ηθική χαλάρωση, έκλυση
lascar 1. ρμ, ναυ, λασκάρω
leasing 1. α, οκν, λίζινγκ, χρονομίσθωση, χρηματοδοτική μίσθωση
relajar πρχ ρι-λαξάρω ή χαλάρωνω
1. ρμ, ριλαξάρω, χαλαρώνω, la música me relaja, η μουσική με χαλαρώνει
2. χαλαρώνω στο σώμα, μυς
3. χαλαρώνω πειθαρχικά
4. ραντ, χαλαρώνω σε ήθος, συνήθειες
relajación 1. θ, χαλάρωση ηθών, έκλυση, le criticaron por la relajación con la que vivía,
την κριτίκαραν λόγω της ηθικής χαλάρωσης με την οποία ζούσε
2. χαλάρωση σώματος, ψυχής, relajación del cuerpo, χαλάρωση του σώματος
3. χαλάρωση στην δουλειά, ένταση, ανάπαυση
4. ιατ, χάλαση ιστού= κήλη
relajadamente 1. επρ, χαλαρά
relajado, da 1. ε, για σώμα, ψυχή, χαλαρός, -ή, -ó, ήρεμος, -η, -o
2. ηθικά χαλαρός, ή, ό, έκλυτος, -η, -o
3. φων, χαλαρός, -ή, -ó
relajamiento πρχ ριλαξάρισμα ή μτθ χαλάρωμα
1. ηθική χαλάρωση, έκλυση
2. σωματική ή ψυχική χαλάρωση
relajante 1. ε, χαλαρωτικός, -ή, -ό, infusión, masaje relajante, αφέψημα, μασάζ χαλαρωτικό
2. α, χαλαρωτικό
relajo 1. α, ριλάξ, χαλάρωση σωματική, ηθική, έντασης
relax 1. α, πρχ ριλάξ, χαλάρωση ψυχική ή σωματική,
tiempo, clima de relax, καιρός, κλίμα για χαλάρωση
2. σνθ, casa, piso de relax, οίκος για ριλάξ= οίκος ανοχής
relé 1. α, ηκλ, ραδ, ρελέ, ηλεκτρονόμος
releje 1. α, σημάδι, αυλακιά στον δρόμο, επειδή χαλαρώνει ο δρόμος, πρχ ρολακι
2. ατκ, απόκλιση τοίχου από την οριζόντιο, επειδή χαλαρώνει
dejar πρχ δεν-έχω κάτι= αφήνω
1. ρμ, αφήνω, Deja el libro en la mesa cuando acabes de leerlo,
Άφησε το βιβλίο στο τραπέζι όταν τελειώσεις να το διαβάζεις
2. αφήνω κάτι περίσσιο, has dejado toda la patata, άφησες όλα την πατάτα
3. αφήνω κάτι για κάποιον, me ha dejado un paquete para ti,
μου άφησε ενα πακέτο για σένα
4. αφήνω κάτι που κρατώ, deja el bolso en el suelo, άσε την τσάντα στο πάτωμα
5. αφήνω χρήμα= δανείζω, ¿puedes dejarme 50 euros? μπορείς να μου αφήσεις 50 ευρώ;
6. αφήνω κάτι που κάνω, Lo dejó todo para perseguir su sueño,
Τα άφησε όλα για να κυνηγήσει το όνειρό του
ή εγκαταλείπω κάποιον, dejó a su mujer y a sus hijos,
άφησε την γυναίκα του και τα παιδιά του
7. αφήνω κάτι ή κάποιον στο χώρο, el metro le deja ahí, το μετρό τον αφήνει εκεί
8. αφήνω κάτι να συμβεί, επιτρέπω, no te dejo ir, δεν σε αφήνω να πάς,
no le dejaron pegar ojo en toda la noche, Δεν τον άφησαν να κλείσει ένα μάτι όλο το βράδυ
9. αφήνω, παρατώ, ¡déjame tranquilo! αφήστε με ήσυχο!
Déjame terminar esta tarea y nos vamos, Άσε με να τελειώσω αυτή τη δουλειά και φύγαμε
10. αφήνω χρήμα, el negocio deja mucho dinero, η επιχείρηση αφήνει πολλά λεφτά
11. αφήνω μήνυμα, εντολή, dejó dicho al salir que lo hicieras,
άφησε μήνυμα όταν έβγαινε να το έκανες
12. αφήνω περιουσία, κληρονομιά, le ha dejado la finca en herencia,
του έχει αφήσει το κτήμα ως κληρονομιά
13. αφήνω λεκέ, σημάδι, εντύπωση, el helado te dejó mancha en la camisa,
το παγωτό σου άφησε λεκέ στην μπλούζα
14. αφήνω για το κατάλληλο άτομο, dejo la costura para la modista,
αφήνω το ράψιμο για την μοδίστρα
σε πρόσταγμα, άφησε=ξέχασε, déjalo, no importa ξέχνα το, δεν έχει σημασία |
15.αφήνω σε κατάσταση, el gripe le he dejado en cama, febril y tiritando,
η γρίπη τον άφησε στο κρεβάτι, με πυρετό και τρεμάμενη
16. αφήνω χρονικά για μετά κάτι, αναβάλλω, dejo el viaje para el verano,
αφήνω το ταξίδι για το καλοκαίρι
17. ρα, αφήνω κάτι που κάνω, σταματώ, παύω, dejó de hacer lo que debía,
σταμάτησε να κάνει αυτό που όφειλε
dejó de llover y empezó a nevar, σταμάτησε να βρέχει και άρχισε να χιονίζει
18. ραντ, σταματάω, παύω να κάνω κάτι, se dejó de lloros, σταμάτησε τα κλάματα
19. αφήνω κάτι, ξεχνάω, me he dejado las llaves en el maletero del coche,
έχω αφήσει τα κλειδιά μου στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου μου
20. αφήνομαι στην τύχη, εγκαταλείπομαι, se dejó al arbitrio de la fortuna,
αφέθηκε στην απόφαση της μοίρας
21. αφήνω τον εαυτό μου, parece mayor porque últimamente se ha dejado mucho,
φαίνεται μεγαλύτερος γιατί τελευταία έχει αφήσει τον εαυτό του
22. αφήνω να συμβεί κάτι, επιτρέπω, se dejó tomar el pelo, επέτρεψε να τον ξεγελάσουν
23. επφ, άσε, σταμάτα, ¡Deja!, ya lo terminaré yo, Άσε! τώρα θα το τελειώσω εγώ
24. εκφ, ¡deja eso!, ¡déjalo! o ¡déjalo estar! άσ’ το, παράτα το, άσ’ το όπως είναι,
¡déjalo estar!, no vale la pena discutir más, άσ’ το!, δεν αξίζει τον κόπο να συζητήσεις άλλο!
déjale correr que él parará, άφησε τον να τρέξει και αυτός θα σταματήσει=
θα τον διδάξει η εμπειρία κάποιον
dejar adivinar, αφήνω να μαντέψει, αφήνω υπονοούμενο, nos dejó adivinar sus intenciones, μας άφησε να μαντέψουμε τις προθέσεις του
dejar aparte ή a un lado ή fuera, αφήστε στην άκρη, κατα μέρος ή απ’ έξω κάτι,
dejemos aparte los prolegómenos y pasemos a los puntos clave,
ας αφήσουμε στην άκρη τα προκαταρκτικά και ας προχωρήσουμε στα βασικά σημεία
dejar atrás, αφήνω πίσω κάποιον βαδίζοντας ή τρέχωντας,
ή μτφ αφήνω πίσω, ξεπερνώ κατα πολύ
dejar como nuevo, αφήνω κάτι σαν καινούργιο
dejar correr, αφήνω στην άκρη κάτι, ανέχομαι, dejaron correr los problemas personales y entraron a discutir el tema de la planificación, άφησαν στην άκρη τα προσωπικά τους προβλήματα και άρχισαν να συζητούν το θέμα του σχεδιασμού
no dejes para mañana lo que puedes hacer hoy,
μην αφήνεις για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα
dejar de, άφηνω να= σταματάω, ha dejado de fumar, έχει αφήσει να καπνίζει, το κάπνισμα
dejar bastante ή mucho que desear, αφήνει κάτι αρκετό κενό= υπολείπεται πολύ σε κάτι,
el servicio de habitaciones deja bastante que desear, Η υπηρεσία δωματίου υπολείπεται
dejar caer, αφήνω να πέσει κάτι, υπονοώ, πετάω, dejó caer su opinión en la reunión.
πέταξε τη γνώμη του στη συνεδρίαση
dejarse caer, αφήνω να πέσει κάτι, πετάω κάτι,
ή μτφ, εμφανίζομαι απότομα, nadie lo esperaba, pero se dejó caer por la oficina,
Κανείς δεν τον περίμενε, αλλά εμφανίστηκε απότομα στο γραφείο
ή μτφ, αφήνομαι, πέφτω απέναντι στα προβλήματα, ατυχίες,
se dejó caer en aquella soledad, αφέθηκε να πέσει σε εκείνη την μοναξιά
dejar escapar, αφήνω να ξεφύγει κάτι, μου ξεφεύγει
dejar temblando, αφήνω τρέμωντας κάτι= παίρνω το μεγαλύτερο μέρος απο δοχείο,
dejó la botella de vino temblando, άφησε την φιάλη του οίνου σχεδόν άδεια
dejarse decir, αφήνω να εννοηθεί, se dejó decir que no había tenido intención clara de voto
άφησε να εννοηθεί ότι δεν είχε ξεκάθαρη πρόθεση να ψηφίσει
dejarse llevar, αφήνομαι σε κάτι, με παίρνει από κάτω, με ελέγχει, παρασύρομαι,
se dejó llevar por la tristeza, αφέθηκε να τον πάρει από κάτω η λύπη,
se deja llevar por los amigos, παρασύρεται απο τους φίλους του
deja 1. θ, άφημα= προεξοχή ανάμεσα σε δύο εγκοπές
dejación 1, θ, άφημα, εγκατάλειψη, παραίτηση από κάτι,
La dejación del poder nunca entró en los cálculos del monarca,
Η παραίτηση από την εξουσία ποτέ δεν μπήκε στα σχέδια του μονάρχη
2. εκχώρηση, μεταβίβαση, El deudor tuvo que recurrir a la dejación de su propiedad,
Ο οφειλέτης χρειάστηκε να καταφύγει στην εκχώρηση της περιουσίας του
3. σνθ, dejación de bienes, νομ, εκχώρηση αγαθών
dejamiento πρχ άφημα
1. α, εγκατάλειψη, παραίτηση
2. ατημελησία, άφημα εαυτού
3. κατάπτωση σωματική, ψυχική, πέσιμο
dejadez πρχ άφημα εαυτού
1. θ, τεμπελιά, ραθυμία, "¡No puedo más con esta dejadez!" gritó su mujer,
Δεν μπορώ άλλο με αυτήν την τεμπελιά! φώναξε η γυναίκα του
Erica no sale ni a bailar por pura dejadez,
Η Έρικα δεν βγαίνει ούτε καν να χορέψει από καθαρή ραθυμία
2. απροσεξία, αδιαφορία, αμέλεια, El fracaso del proyecto es el resultado de la dejadez del gerente, Η αποτυχία του έργου είναι αποτέλεσμα της αμέλειας του διευθυντή
3. αφροντισιά, ατημελησία, La dejadez de Luis últimamente se debe a su divorcio,
Η ατημελησιά του Λουίς τελευταία οφείλεται στο διαζύγιο του
dejado, da πρχ αφημένος
1. για άτομο, ατημέλητος, -η, -ο, αφρόντιστος, -η, -o
2. για υποχρεώσεις, αμελής, -ής, -ές, αδιάφορος, -η, -o
3. αφημένος από δυνάμεις, με κούραση, καταβεβλημένος, -η, -o
dejada 1. θ, αθλ, άφημα μπάλας= ντροπ σοτ (τένις)
dejador, ra 1. α θ, νομ, αυτός,-ή που αφήνει κληρονομιά
dejillo 1. α, ιδιοπροφορά, προφορά, ντοπιολαλιά, επειδή αφήνει ήχο ξεχωριστό
dejo, deje 1. α, ιδιοπροφορά, προφορά, ντοπιολαλιά, tiene un dejo peruano,
έχει περουάνικη προφορά
2. άφημα από κάτι= τόνος, ύφος σε λόγια, había un dejo en sus palabras,
είχε έναν τόνο στα λόγια του
3. άφημα γεύσης
endeja 1. θ, ατκ, προεξοχή, πρχ δόντι < ε-ντεχα
lánguido, da πρχ λαγαρός= αδύναμος, πρχ μα-λακός> μαλακός, πρχ π-λακωτός> πλάκα
1. ε, άτονος, -η, -ο, αδύναμος, -η, -ο, José alzó el lánguido cuerpo de la niña enferma,
Ο Χοσέ σήκωσε το αδύναμο σώμα της άρρωστης κοπέλας
2. για βλέμμα, κουρασμένος, -η, -ο
langor 1. α, ατονία, αδυναμία
lánguidamente 1. επρ, άτονα, αδύναμα, χωρίς ενέργεια
languidecer 1. ρα, ατονώ, χάνω τη ζωντάνια μου
languideciente 1. ε, άτονος, -η, -ο
languidez 1. θ, ατονία, αδυναμία, έλλειψη ζωντάνιας
cataléctico, ca 1. ε, καταληκτικός, -ή, -ó, verso cataléctico, καταληκτικός στίχος
acataléctico, ca 1. ε, ακατάληκτος, -η, -o, verso acataléclico, ακατάληκτος στίχος