LEER= ΡΙΖΑ ΛΕ- > ΛΕΞΗ, ΠΡΧ ΛΕΚΤΟΡΑΣ> ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ > ΔΙΑΒΑΖΩ,
ΠΡΧ ΚΟΛΕΓΙΟ, ΣΥΛΛΕΓΩ, -ΛΕΓΩ, -ΛΟΓΩ, ΠΡΧ ΞΥΛΟ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
alexia 1. θ, ιατ, αλεξία
dislexia 1. θ, ιατ, δυσλεξία
disléxico, ca 1. ε, α θ, ιατ, δυσλεξικός, -ή, -ó, δυσλεκτικός, -ή, -ό,
léxico 1. α, λεξιλόγιο
léxico, ca 1. ε, γλγ, λεξικολογικός, -ή, -ó
lexicografía 1. θ, λεξικογραφία
lexical 1. ε, γλγ, λεξικός, -ή, -ó, λεκτικός, -ή, -ó
lexicalizar 1. ρμ, γλγ, λεξικοποιώ
2. ραντ, γλγ, λεξικοποιούμαι
lexicalización 1. θ, γλγ, λεξικο-ποίηση
léxicamente 1. επρ, γλγ, λεξικολογικά
lexicográfico, ca 1. ε, λεξικογραφικός, -ή, -ó
lexicógrafo, fa 1. α θ, λεξικογράφος
lexicología 1. θ, λεξικολογία
lexicológico, ca 1. ε, γλγ, λεξικο-λογικός, -ή, -ó
lexicólogo, ga 1. α θ, λεξικολόγος
lexicón 1. α, λεξικό
panléxico 1. α, υπερλεξικό, παν-λεξικό
lexema 1. α, γλγ, λέξημα
lexemático, ca 1. ε, γλγ, λεξηματικός, -ή, -ό
lexía 1. θ, γλγ, λέξη
lector, ra 1. ε, πρχ λέκτορας= που διαβάζει, αναγνωστικός, -ή, -ó
el público lector, το αναγνωστικό κοινό,
Tenemos un grupo lector que se junta los domingos en la biblioteca,
Έχουμε μια ομάδα αναγνωστική που συναντιέται τις Κυριακές στη βιβλιοθήκη
2. που διαβάζει δυνατά για άλλους
3. α, για μηχάνημα, αναγνώστης, el lector de cd-rom, ο αναγνώστης του cd
4. α θ, αναγνώστης, -ια κειμένου, Todos en mi familia somos lectores,
Όλοι στην οικογένειά μου είμαστε αναγνώστες
5. αναγνώστης, -ια σε εκδοτικό οίκο για έγκριση έκδοσης
6. καθηγητής, -ια, Vincent es lector en la Facultad de Francés de la Universidad de Valencia,
Ο Βίνσεντ είναι καθηγητής στη Σχολή Γαλλικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Βαλένθια
7. σνθ, lector de código de barras, αναγνώστης γραμμωτού κώδικα
lector de DVD, αναγνώστης DVD
lector óptico, πλφ, οπτικός αναγνώστης
lectorado 1. α, εκπ, λεκτοράτο
2. θρη, το πρώτο από τα δύο λαϊκά ιερατεία της καθολικής εκκλησίας
lectoral 1. ε, θρη, ιερατικός, -ή, -ó
lectoría 1. εκπ, υφηγεσία, είδος διδακτορικού
2. θρη, θέση αναγνώστη
lectura πρχ λεκτορας= ανάγνωση
1. θ, ανάγνωση, A mi me encanta leer, pero a mi marido la lectura le parece aburrida,
Εμένα μου αρέσει να διαβάζω, αλλά στον άντρα μου η ανάγνωση του φαίνεται βαρετή
2. Las lecturas para mi curso de filosofía me fascinan
Τα αναγνώσματα για το μάθημα φιλοσοφίας με συναρπάζουν.
3. αποτέλεσμα ανάγνωσης= γνώσεις, παιδεία, κουλτούρα,
un hombre de vastas lecturas, ένας άνθρωπος με απέραντες γνώσεις
4. ένδειξη μετρητή
5. πλφ, ανάγνωση
6. εκπ, διάλεξη
7. εκπ, μάθημα
8. ερμηνεία κειμένου, βιβλίου, No estoy de acuerdo con tu lectura del poema,
Δεν συμφωνώ με την ερμηνεία σου του ποιήματος
9. σνθ, lectura de datos, πλφ, ανάγνωση στοιχείων
Lectura óptica, πλφ, Οπτική ανάγνωση
10. εκφ, dar lectura a, δίνω λεχθέν σε = διαβάζω δυνατά σε κοινό
leer πρχ από λέκτορα> διαβάζω
1. ρμ, διαβάζω βιβλίο, κείμενο, Deberías leer las obras de Shakespeare,
Θα έπρεπε να διαβάσεις τα έργα του Σαίξπηρ
2. κατανοώ οποιαδήποτε αναπαράσταση γραφική, παρτιτούρα, ώρα, πλάνο
3. διαβάζω, ερμηνεύω, A ese jugador de póker es imposible leerle la cara,
Σε αυτόν τον παίκτη είναι αδύνατο να διαβάσει κανείς το πρόσωπο του
4. εκπ, διαβάζω διατριβή, Leyó su tesis doctoral frente a un panel de profesores,
Διάβασε τη διδακτορική του διατριβή ενώπιον επιτροπής καθηγητών
5. διαβάζω το μέλλον στο χέρι
6. πλφ, διαβάζω
7. εκφ, leer de corrido, διαβάζω με ευχέρεια
leer por encima, διαβάζω από πάνω = επιφανειακά
leíble 1. ε, ευανάγνωστος, -η, -ο
leída 1. θ, ανάγνωση λέξεων
leído, da 1. ε, διαβασμένος, -η, -o
2. μτφ, για άτομο, διαβασμένος, -η, -ο, πολυμαθής, -ής, -ές
es un hombre muy leído, είναι ένας πολύ διαβασμένος άνθρωπος
3. εκφ, leído y conforme, διαβάστηκε και εγκρίθηκε
leído y escribido, ειρ, διαβασμένος και γραμμένος= o ξερόλας
releer 1. ρμ, ξαναδιαβάζω
relectura 1. θ, επανάγνωση
lección πρχ λεχθέν
1. θ, ανάγνωση
2. μτφ, λεχθέν= μάθημα ηθικό ή πρακτικό που βγαίνει από ένα κείμενο,
la lección de la historia de la tortuga y del liebre,
το μάθημα της ιστορίας της χελώνας και του λαγού
3. μάθημα, la lección de historia, το μάθημα της ιστορίας
4. μτφ, μάθημα, su fracaso debemos verlo como una lección para todos,
την αποτυχία του θα πρέπει να την δούμε ως μάθημα για όλους
5. κεφάλαιο ή μέρος από ένα βιβλίο γνώσης
6. σνθ, lección magistral, λεχθέν διδασκάλου= από καθέδρας διδασκαλία
7. εκφ, aprenderse la lección, μαθαίνω το μάθημα ή μτφ παίρνω το μάθημά μου
darle una lección a alguien, δίνω ένα μάθημα σε κάποιον
leccionario 1. α, θρη, πρχ λεχθέν των ωρών= ωρολόγιον
lectivo, va πρχ λεκτικό= για χρονική περίοδο που αφιερώνεται στο λεχθέν μαθήματος
1. ε, σχετικός, -ή, -ό με το μάθημα, σχολικός, -ή, -ό, μαθητικός, -ή, -ό,
día lectivo, ημέρα μαθήματος
El año lectivo en mi país va de enero a noviembre,
Η σχολική χρονιά στη χώρα μου διαρκεί από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο
legión 1. θ, στρ, ιστ, λεγεώνα
2. εκφ, la Legión de Honor, η Λεγεώνα της Τιμής
la Legión Extranjera, η Λεγεώνα των Ξένων
ser legión, είναι λεγεώνα= είναι πολυάριθμοι
una legión de, μια λεγεώνα από, πάρα πολλοί, πολλά
legionario, ria 1. ε, στρ, λεγεωνικός, -ή, -ό
2. ιστ, λεγεωναρικός, -ή, -ό, un campamento legionario, ένα στρατόπεδο λεγεωναρικό
legionario 1. α, στρ, ιστ, λεγεωνάριος
legionela 1. θ, ιατ, βακτήριο λεγιονέλλα
2. νόσος των λεγεωνάριων
legionelosis 1. θ, ιατ, λεγιονέλλωση
leyenda πρχ λεχθέν για κάποιον, κάτι ή λεζάντα, πρχ λεγεώνα= δόξα πολεμική> θρύλος
1. θ, θρύλος για ιστορία ή άτομο, una leyenda del futból, ένας θρύλος του ποδοσφαίρου
2. επιγραφή, επεξήγηση σε κάτι, σαν λεζάντα, las leyendas del mapa,
οι επεξηγήσεις του χάρτη
3. σνθ, leyenda negra, μτφ, λεχθέν νέγρικο> μαύρο= κακή φήμη
leyenda urbana, αστικός μύθος
legendario, ria 1. ε, θρυλικός, -ή, -ó, μυθικός, -ή, -ó, σχετικός με τα λεχθέν
legendario 1. α, λεχθεν-τηριο= βιβλίο με τα λεχθέντα με τους βίους αγίων
legible 1. ε, πρχ λεξη-βλητος= ευανάγνωστος, -η, -ο
legibilidad 1. θ, ευανάγνωστο
aleccionar 1. πρχ αλεκθ-ιοναρ> δίνω λεχθέν= δίνω μάθημα σε κάποιον
ρμ, διδάσκω, δασκαλεύω, καθοδηγώ, el profesor nos ha aleccionado en matemáticas,
Ο καθηγητής μας έχει διδάξει στα μαθηματικά,
Los padres son los principales responsables de aleccionar al niño,
Οι γονείς είναι οι κύριοι υπεύθυνοι να διδάξουν το παιδί
2. μτφ, επιπλήττω, κάνω παρατήρηση, κάνω κήρυγμα, σαν να δίνω λεχθέν,
Deja de aleccionarme como si fueras mi padre,
Σταμάτα να μου κάνεις κήρυγμα σαν να είσαι ο πατέρας μου,
La campaña pretende aleccionar convenientemente sobre la utilización del casco,
Η καμπάνια στοχεύει στο να καθοδηγήσει κατάλληλα σχετικά με τη χρήση του κράνους
aleccionamiento 1. α, διδασκαλία, δασκάλεμα
2. επίπληξη, παρατήρηση
aleccionador, ra 1. ε, διδακτικός, -ή, -ó, una historia aleccionadora, μια διδακτική ιστορία
2. που δίνει μάθημα> παράδειγμα προς κάτι, παραδειγματικός, -ή, -ό
un castigo aleccionador, μια παραδειγματική τιμωρία
inteligente πρχ ενδο-λέγων= που έχει εν-διάθετο λόγο, έξυπνος
1. ε, έξυπνος, -η, -ο, Se dice que los delfines son los animales más inteligentes,
Τα δελφίνια λέγεται ότι είναι τα πιο έξυπνα ζώα
2. ε, α θ, ευφυής, -ής, -ές, Ella es una chica muy inteligente. Creo que va a estudiar física,
Είναι ένα πολύ ευφυές κορίτσι. Νομίζω ότι θα σπουδάσει φυσική
3. ε, για κάτι, έξυπνος, -η, -ο, un discurso inteligente, μια ομιλία έξυπνη
4. τχν, έξυπνος, -η, -ο, un móvil inteligenta, ένα έξυπνο κινητό
inteligencia 1. θ, νοημοσύνη, test de inteligencia, τεστ νοημοσύνης
2. ευφυΐα, duda de su inteligencia para ocupar este cargo de tanta responsabilidad,
αμφιβάλλει για την ευφυΐα του ώστε να αναλάβει μια τόσο υπεύθυνη θέση
3. μτφ, κατασκοπία, servicio de inteligencia, υπηρεσία κατασκοπίας
4. μτφ, μυστική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ δυο χωρών ή ατόμων
5. κατανόηση, Nuestra hija demostró tener una clara inteligencia de la situación cuando supo que nos divorciábamos, Η κόρη μας έδειξε σαφή κατανόηση της κατάστασης όταν έμαθε ότι θα παίρναμε διαζύγιο
6. σνθ, inteligencia artificial, emocional, τεχνητή, συναισθηματική νοημοσύνη
7. εκφ, la inteligencia, η ιντελιγκέντσια, σύνολο ευφυών ατόμων ή ιδεών, αξιών σε μια χώρα
inteligenciado, da 1. ε, πρχ ενδο-λογημένος= ενήμερος, -η, -ο, πληροφορημένος, -η, -ο
inteligentemente 1. επρ, έξυπνα, ευφυώς
inteligible 1. ε, ενδο-λογικός= που νοείται από την λογική, νοητός, -ή, -ό, καταληπτός, -ή, -ό
inteligiblemente 1. επρ, που νοείται από την λογική, κατανοητά
ininteligencia 1. θ, που δεν νοείται από την λογική, ακαταληψία, βραδύνοια
ininteligible 1. ε, που δεν νοείται από την λογική, ακατάληπτος, -η, -ο, βραδύνους, -ους, -ου
intelligentsia 1. θ, ιντελιγκέντσια, σύνολο ευφυών ατόμων ή ιδεών, αξιών σε μια χώρα
intelección 1. θ, ενδο-λόγηση= νοημοσύνη, κατανόηση
intelectiva 1. θ, πρχ ενδο-λεκτική = νοητική ικανότητα
intelecto 1. α, πρχ ενδο-λεκτικό= νοημοσύνη
intelectual 1. ε, α θ, πρχ ενδο- λεκτικός= σχετικός, -ή, -ό με τη διανόηση, διανοούμενος, -η
intelectualidad 1. θ, πρχ ενδο- λεκτικότητα= διανοητικότητα
2. σύνολο ατόμων με διανόηση, διανοούμενοι
intelectualmente 1. επρ, πρχ ενδο- λεκτικά= διανοητικά, πνευματικά
intelectualoide 1. ε, α θ, υτμ πρχ ενδο-λεκτολο-ειδές = κουλτουριάρικος, η, ο, -ης, α
atril 1. α, πρχ από λ-εκτοριλ> ατριλ= αναλόγιο για παρτιτούρες, βιβλίο, ύμνους εκκλησίας
colegir 1. ρμ, πρχ κο-λεγιρ> συλλέγω στοιχεία, συγκεντρώνω, μαζεύω,
mi asistente coligió todos los datos, Ο βοηθός μου συνέλεξε όλα τα δεδομένα
2. πρχ κο-λεγίζω= συλ-λογίζω κάτι, συνάγω, συμπεραίνω, βγάζω συμπέρασμα,
Todos colegimos que su novio la había dejado cuando la vimos llorar,
Όλοι συμπεράναμε ότι ο φίλος της την είχε αφήσει όταν την είδαμε να κλαίει
colección πρχ κο-λεξιόν= συλ-λογή
1. θ, συλλογή, Mi padre tiene una colección de estampillas que vale un dineral,
Ο πατέρας μου έχει μια συλλογή γραμματοσήμων που αξίζει μια περιουσία
2. μεγάλη ποσότητα από κάτι
coleccionar 1. ρμ, συλλέγω, κάνω συλλογή
coleccionismo 1. α, συλλεκτική
coleccionista 1. α θ, συλλέκτης, -ια
coleccionable 1. ε, συλλεκτικός, -ή, -ό, που συλλέγεται, που κυκλοφορεί σε τεύχη
Algunas tarjetas coleccionables de beisbol valen mucho dinero,
Ορισμένες συλλεκτικές κάρτες μπέιζμπολ αξίζουν πολλά λεφτά
2. α, ένθετο έκδοσης
coleccionador, ra 1. α θ, συλλέκτης, -ια
recolectar πρχ περι-κο-λεκτάρω
1. ρμ, περισυλλέγω φρούτα, καρπούς, συγκομίζω, μαζεύω,
El granjero recolectó el maíz y lo llevó al mercado,
Ο αγρότης μάζεψε το καλαμπόκι και το πήγε στην αγορά
2. συλλέγω, συγκεντρώνω πράγματα ή άτομα για κάτι,
Los voluntarios están recolectando donaciones para los inundados,
Οι εθελοντές συλλέγουν δωρεές για τα θύματα των πλημμυρών
Las abejas recolectan polen de las plantas, Οι μέλισσες συλλέγουν γύρη από τα φυτά
recolección 1. θ, συγκομιδή καρπών, φρούτων
2. περισυλλογή, συλλογή, συγκέντρωση από πράγματα ή άτομα για κάτι
recolector, ra 1. ε, συλλεκτικός, -ή, -ó, συγκεντρωτικός, -ή, -ó
2. α θ, εισπράκτορας
recoleto, ta πρχ περι-συ-λεκτος από σύνολο
1. ε, για άτομο ή μέρος, απομονωμένος, -o, -η, αποτραβηγμένος, -η, -o,
El pintor vive en un pequeño pueblo recoleto,
Ο ζωγράφος ζει σε μια μικρή, απομονωμένη πόλη
2. α, θρη, αναχωρητής, Φραγκισκανός μοναχός
colecta πρχ κο-λέκτα> συ-λεκτο, συλ-λογή από κάτι
1. θ, συλλογή = έρανος χρημάτων
2. συλλογή, συγκομιδή φρούτων
3. θρη, περιφορά δίσκου στην εκκλησία για συλλογή χρημάτων
colectar 1. ρα, συλλέγω, μαζεύω χρήματα, La asociación ha iniciado una campaña para colectar fondos para la investigación del cáncer, Ο σύλλογος ξεκίνησε μια εκστρατεία για να συγκεντρώσει χρήματα για την έρευνα για τον καρκίνο
2. συλλέγω καρπούς, φρούτα, κάνω συγκομιδή, μαζεύω
colectivamente 1. επρ, συλ-λεκτικά= συλλογικά
colectividad 1. θ, συλλεκτικότητα= συλλογικότητα από άτομα, κοινότητα, κοινωνικό σύνολο
sus políticas van orientadas al bien de la colectividad,
οι πολιτικές τους είναι προσανατολισμένες στο καλό της κοινότητας
colectivismo 1. α, κο-λεκτιβισμός
colectivista 1. ε, α θ, κο-λεκτιβιστικός, -ή, -ό, κο-λεκτιβιστής, -ια
colectivizar 1. ρμ, κο-λεκτο-ποιώ= συλ-λογικο-ποιώ κάτι, το ατομικό το κάνω συλλογικό, κρατικοποιώ, colectivizaron la explotación de la mina de carbón,
κρατικοποίησαν την εκμετάλλευση του ανθρακωρυχείου
2. ραντ, δημιουργώ συλλογική προσπάθεια λόγω κοινού ενδιαφέροντος, ενώνομαι,
se colectivizaron para reforzar el sector agrícola,
ενώθηκαν για να ενισχύσουν τον αγροτικό τομέα
colectivización 1. θ, κο-λεκτιβο-ποίηση, κρατικοποίηση
colectivo, va 1. ε, συλλογικός, -ή, -ó, Desde el ayuntamiento se pide un esfuerzo colectivo a todos los ciudadanos para hacer frente a la crisis, Από το δημοτικό συμβούλιο ζητείται μια συλλογική προσπάθεια από όλους τους πολίτες για να αντιμετωπίσουν την κρίση
2. ομαδικός, -ή, -ό, Para los viajes del coro al extranjero sacamos un seguro colectivo,
Για τα ταξίδια της χορωδίας στο εξωτερικό συνάπτουμε ομαδική ασφάλιση
3. κοινόχρηστος, -η, -ο
4. γρμ, συλλογικός, -ή, -ó, Palabras como “familia” y “equipo” son sustantivos colectivos,
Λέξεις όπως «οικογένεια» και «ομάδα» είναι συλλογικά ουσιαστικά
colectivo 1. α, ομάδα, κοινότητα, Un colectivo de periodistas lanzaron una nueva revista,
Μια ομάδα δημοσιογράφων λάνσαρε ένα νέο περιοδικό,
el colectivo médico, η ιατρική κοινότητα
colector, ora 1. ε, α θ, κο-λέκτορας= συλλεκτικός, -ή, -ó, συλλέκτης, -ια
colector 1. α, συλλεκτήρας νερού
2. ηκλ, συλλέκτης μηχανής, δυναμό, colector de motor, dinamo
coger πρχ από colegir> coger> συλ-λέγω, φέρει την έννοια του πιάνω, παίρνω, μαζεύω
1. ρμ, πιάνω με χέρι κάποιον ή κάτι, se enfadó y me cogió de la camisa,
Θύμωσε και με έπιασε από το πουκάμισο
Cogió la pelota que salió fuera de la cancha, Έπιασε την μπάλα που βγήκε εκτός γηπέδου
2. παίρνω, ¿Puedo coger otra galleta? Μπορώ να πάρω άλλο ένα μπισκότο;
alguien me ha cogido las gafas, κάποιος μου πήρε τα γυαλιά
3. συλλέγω φυτά ή βότανα ιατρικά, κοσμητικά, κάνω συγκομιδή, coger unos frutos, συλλέγω μερικούς καρπούς
4. πιάνω, συλλαμβάνω, la policía, tras una larga persecución, cogió al fugitivo,
Η αστυνομία, μετά από πολύωρη καταδίωξη, συνέλαβε τον φυγά
5. πιάνω αρρώστια, he cogido una gripe, έχω πιάσει μια γρίπη
6. μτφ, πιάνω, κατανοώ σημασία, has cοgido el chiste, έχεις πιάσει το αστείο
7. πιάνω σήμα ραδιοτηλεοπτικό
8. πιάνω κάποιον ή κάτι που προ-πορεύεται, είναι πιο μπροστά, φτάνω, προλαβαίνω, hemos cogido el camión que nos adelantó en la gasolinera,
προλάβαμε το φορτηγό που μας προσπέρασε στο βενζινάδικο
a mí no me pueden coger, εμένα δεν μπορούν να με φτάσουν, πιάσουν
9. πιάνω ένα συναίσθημα για κάποιον ή κάτι, το αναπτύσσω σιγά-σιγά, έχω, παίρνω με,
cojo cariño al animal, έχω στοργή στο ζώο
10. παίρνω μέσον μεταφορικό, coger el autobús, παίρνω το λεωφορείο
11. μτφ, πιάνω, πετυχαίνω, me ha cogido al robar, με έπιασε όταν έκλεβα,
le has cogido de mal humor, τον πέτυχες σε κακή διάθεση
12. συλλέγω κάτι που κάποιος λέει, σημειώνω, no he cogido la nota del profesor,
δεν έχω σημειώσει τα λόγια του καθηγητή
13. πιάνω ταχύτητα με κάτι
14. μτφ, πιάνω, μαζεύω, esa tela coge mucho polvo, αυτό το ύφασμα μαζεύει πολλή σκόνη
15. μτφ, χτυπάω με όχημα κάποιον ή ζώο
16. αποκτώ συνήθεια, Cogieron la costumbre de venir a visitarnos todos los días,
Απέκτησαν τη συνήθεια να μας επισκέπτονται κάθε μέρα
17. παίρνω για λίγο, ¿Puedo cogerte el lápiz un momento?
Μπορώ να σου πάρω το μολύβι για μια στιγμή;
18. πιάνω χώρο, la mesa coge mucho sitio, το τραπέζι πιάνει πολύ χώρο
19. ρα, ρμ, για κατεύθυνση, παίρνω, Coja la segunda calle a la derecha,
Πάρτε τον δεύτερο δρόμο στα δεξιά
20. ρα, πιάνω για χρώμα, el color no ha cogido en la pared, το χρώμα του τοίχου δεν έπιασε
ή για σπόρο, πιάνω στο χώμα, ριζώνω, la planta ha cogido, το φυτό έβγαλε ρίζες
21. κάτι με πιάνει, la granizada me cogió ya muy cerca de casa,
Η χαλαζόπτωση με έπιασε πολύ κοντά στο σπίτι
22. λέμε για ένα μέρος πως μας πιάνει> πέφτει μακριά, δίπλα, lejos, cerca,
tu casa coge lejos, το σπίτι σου (μου) πέφτει μακριά
El restaurante coge cerca de aquí, Το εστιατόριο πέφτει κοντά από εδώ
23. ραντ, παίρνω, Cógete unas galletas y cómetelas en el coche,
Πάρε μερικά μπισκότα και φά’ τα στο αυτοκίνητο
24. πιάνομαι από κάπου, me he cogido a la barra, έχω πιαστεί από την μπάρα
Se cogió los dedos en la ventana, Έπιασε τα δάχτυλά του στο παράθυρο
25. εκφ, cogerlas al vuelo, τα πιάνω (πουλιά) στον αέρα
coger una liebre, οικ, συλλέγω ένα λαγό= τρώω τα μούτρα μου, κουτρουβαλιάζομαι
coger una mona, οικ, πιάνω= είμαι τύφλα στο μεθύσι
coger el teléfono, παίρνω, σηκώνω το τηλέφωνο, ¿Puedes coger el teléfono?
Μπορείς να σηκώσεις το τηλέφωνο;
coger en brazos, παίρνω αγκαλιά
coger al paso, πιάνω στο βήμα κάποιον= τον σταματώ για να μιλήσουμε
coger con las manos en la masa, πιάνω με τα χέρια στην μάζα= στα πράσα
cogerla con alguien, τα συλλέγω(μαζεύω)= βάζω με κάποιον
coger hora para el médico, διαλέγω ώρα= κλείνω ραντεβού στο γιατρό
coger in fraganti, συλλαμβάνω κάποιον επ’ αυτοφώρω
no se sabe por dónde cogerlo, δεν ξέρεις από πού να το, τον πιάσεις
dejarse coger, αφήνω κάποιον να με πιάσει, προλάβει ή πιάνομαι κορόιδο
cogedor, ra 1. α θ, συλλέκτης, -ια
2. φοροεισπράκτορας, επειδή συλλέγει φόρους
cogedor 1. α, συλλέκτης σκουπιδιών= φαράσι
cogida 1. θ, συλλογή φρούτων, συγκομιδή, la cogida de la uva, η συλλογή του σταφυλιού
cogido, da πρχ συλλεγμένο= πιασμένο
1. ε, για θέση εργασίας, θέση, empleo, plaza, κατειλημμένος, -η, -o
2. cogido de algo, de alguien, πιασμένος, -η, -o από κάτι ή κάποιον,
cogido de la barra en el autobús, πιασμένος από τη μπάρα του λεωφορείου
3. ταυ, συλλεγμένος= χτυπημένος, -η, -ο από τα κέρατα του ταύρου
cogido 1. α, συλλεκτό= πιαστό, σε κουστούμι, φόρεμα, σούρα
2. σε κουρτίνα, πτυχή
acoger 1. ρμ, συλλέγω κάποιον ή κάτι και του δίνω προστασία, καταφύγιο, φιλοξενώ, συλλέγω στο σπίτι μου, nos acogieron en su casa, μας φιλοξένησαν στο σπίτι τους
2. συλλέγω κάτι ή κάποιον όπως είναι= αποδέχομαι, el pueblo acogió la propuesta,
ο λαός αποδέχτηκε την πρόταση
3. ραντ, acogerse a, συλλέγομαι σε κάτι, πιάνομαι σε αυτό για να υποστηρίξω κάτι,
επικαλούμαι ένα νόμο, se acoge a la amnistía para salir de la cárcel,
επικαλείται την αμνηστία για να βγει από την φυλακή
4. βρίσκω καταφύγιο, καταφεύγω σε, se acogió a la protección de su madre,
κατέφυγε στην προστασία της μητέρας της
acogedor, ra 1. ε, φιλόξενος, -η, -o, es gente muy acogedora,
είναι πολύ φιλόξενοι άνθρωποι
un lugar muy acogedor, ένα πολύ φιλόξενο μέρος
acogedoramente 1. επρ, φιλόξενα
acogida 1. θ, περι-συλλογή σε κάποιον= προστασία, καταφύγιο
2. μτφ, υποδοχή, Real madrid recibió una calurosa acogida,
η Ρεαλ Μαδρίτης έλαβε μια θερμή υποδοχή
3. αποδοχή, el director no esperaba esta acogida de los empleados,
ο διευθυντής δεν περίμενε αυτή την αποδοχή από τους εργαζομένους
4. εκφ, tener algo una buena, mala acogida, τυγχάνει κάτι καλής, κακής υποδοχής,
είναι καλο-, κακό- δεχούμενο
acogido, da 1. α θ, φιλοξενούμενος σε φιλανθρωπικό ίδρυμα
acogimiento 1. α, υποδοχή σε κάποιον
2. αποδοχή σε κάποιον ή κάτι
encoger πρχ εν-συλ-λέγω = μαζεύω
1. ρα, μαζεύω, μπαίνω, στενεύω για ρούχο, ύφασμα, el algodón encoge al lavarlo,
Το βαμβάκι μαζεύει όταν πλένεται
2. ρμ, εν-συλλέγω ένα μέρος του σώματος, μαζεύω το πόδι, χέρι,
encoge las piernas para que pueda barrer, μαζέτε τα πόδια για να μπορέσω να σκουπίσω
3. σφίγγω ψυχικά, κλονίζω, Ver la película sobre las focas bebés me encogió el corazón,
Βλέποντας την ταινία για τα μικρά φώκια, η καρδιά μου σφίχτηκε
4. ραντ, μαζεύομαι, μπαίνω, La camisa se encogerá si la lavas con agua caliente,
Το πουκάμισο θα μπει αν το πλύνεις με ζεστό νερό
5. για χέρι, πόδι, συστέλλομαι
6. με το πέρασμα των χρόνων, μικραίνω σε όγκο
7. μαζεύομαι από φόβο ή κουλουριάζομαι για να μην με δουν,
se encoge ante los gritos de su madre, μαζεύεται μπροστά στις κραυγές της μητέρας του
encogido, da 1. ε, μτφ, για άτομο εν-συλλεγμένο= μαζεμένο από θάρρος ή ψυχικά, συνεσταλμένος, -η, -o, δειλός, -ή, -ó
encogimiento
1. α, μάζεμα, στένεμα σε ρούχο, υλικό
2. μάζεμα των ώμων, ανασήκωμα
3. μτφ, μάζεμα ψυχικό, συστολή
desencoger 1. ρμ, πρχ ξ-εν-συλλέγω= ξεμαζεύω κάτι, απλώνω, τεντώνω
2. ραντ, για ύφασμα, ξε-μαζεύομαι, απλώνομαι, τεντώνομαι
3. για άτομο, απλώνω το σώμα μου, χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
desencogimiento 1. α, άπλωμα, τέντωμα
2. για άτομο, ξεκούραση, χαλάρωμα
escoger πρχ εκ-συλ-λέγω κάτι ή κάποιον από ένα σύνολο
1. ρμ, διαλέγω, επιλέγω, escoge una carta, διάλεξε ένα χαρτί,
No sabía qué plato escoger en el restaurante,
Δεν ήξερα ποιο πιάτο να διαλέξω στο εστιατόριο
2. εκφ, a escoger, κατ’ επιλογή
escoger al buen tuntún, οικ, διαλέγω στα κου-τουρού, στο άσχετο
tener donde escoger, έχω που να εκλέξω> έχω εκλογή, επιλογή
tiene poco donde escoger, δεν έχει πολλές επιλογές
tenéis de sobra donde escoger έχετε πληθώρα από οπου να εκλέξετε=πληθώρα επιλογών
escogimiento 1. α, επιλογή, εκλογή, διαλογή
escogido, da 1. ε, εκ-λεγμένος από πολλούς ή πολλά, διαλεκτός, -ή, -ό, εκλεκτός, -ή, -ό, επίλεκτος, -η, -o, obras escogidas, επιλεγμένα έργα
un escogido grupo de personas, μια ομάδα επιλεγμένων ατόμων
escogidamente 1. επρ, επιλεκτικά
2. μτφ, εκ-λεκτά= τέλεια
recoger πρχ πε-ρι-συλ-λέγω
1. ρμ, περι-συλλέγω κάτι που έπεσε, από το πάτωμα, μαζεύω,
recoge la botella que se ha caldo, μάζεψε το μπουκάλι που έχει πέσει,
Tuve que recoger todas las canicas que se cayeron al suelo,
Έπρεπε να μαζέψω όλες τις μπίλιες που έπεσαν στο πάτωμα
2. περισυλλέγω κάτι, το βάζω σε σειρά, μαζεύω, τακτοποιώ,
Tenemos que recoger la cocina antes de la fiesta,
Πρέπει να μαζέψουμε την κουζίνα πριν από το πάρτι,
Recoge tu cuarto, Περισύλλεξε> Μάζεψε το δωμάτιό σου
3. περι-συλλέγω στοιχεία, μονάδες από κάτι, μαζεύω, συγκεντρώνω,
recoger datos, συγκεντρώνω στοιχεία
4. για άτομο, περι-συλλέγω = παίρνω από σημείο κάποιον ή κάτι, περνώ να πάρω,
Te recojo a las dos, σε περισυλλέγω= σε παίρνω στις δύο
¿Puedes venir a recogerme al aeropuerto el próximo domingo?
Μπορείς να έρθεις να με πάρεις από το αεροδρόμιο την επόμενη Κυριακή;
5. μτφ, βγάζω εισιτήρια, recoger dos entradas de teatro, βγάζω δύο εισιτήρια για το θέατρο
6. φυλάω, μαζεύω, recogeré los muñecos para que los niños no los estropeen,
θα μαζέψω τις κούκλες για να μην τις χαλάσουν τα παιδιά
7. περισυλλέγω κάποιον, κάτι ή ένα ζώο χαμένο ή εγκαταλελειμμένο, μαζεύω,
recogió a un perro abandonado, μάζεψε ένα εγκαταλελειμμένο σκυλί
8. μαζεύω, κάνω συγκομιδή, ¿Cuándo es el mejor momento para recoger fresas?
Πότε είναι η καλύτερη εποχή για να μαζέψω φράουλες;
9. μτφ, μαζεύω, sólo recogió críticas después de su pésima charla,
μόνο μάζεψε κριτικές μετά την απαίσια ομιλία του
10. ξαναπιάνω κάτι
11. μαζεύω μέγεθος σε κάτι, recoge las persianas para que entre la luz,
μάζεψε τα στόρια για να μπει το φως
12. μαζεύω χρήμα, recoger fondos para rehabilitar la ermita,
μαζεύω χρήματα για να αποκαταστήσω το ερημητήριο
13. μαζεύω μαλλί, Ella recogió su cabello para la boda,
Αυτή μάζεψε τα μαλλιά της για τον γάμο
14. μαζεύω κάτι, Recoger el mantel, el hilo de la cometa,
Μαζεύω το τραπεζομάντιλο, το σπάγκο του χαρταετού
15. ραντ, περι-συλλέγομαι στο μέρος μου ή σπίτι , μαζεύομαι, επιστρέφω,
se recoge temprano, μαζεύεται νωρίς
Tengo que recogerme a las 9 pm, Πρέπει να μαζευτώ στις 9 μ.μ.
16. περισυλλέγομαι πνευματικά, αποσύρομαι για προσευχή,
Después del desayuno, los monjes se recogen para meditar,
Μετά το πρωινό, οι μοναχοί αποσύρονται για να προσευχηθούν
17. σηκώνω ρούχο, Recógete las mangas de la camisa o te las mancharás,
Σηκώσε τα μανίκια του πουκάμισού σου αλλιώς θα τα λερώσεις
18. αποτραβιέμαι από κόσμο, απομονώνομαι
19. εκφ, recogerse en sí mismo, περισυλλέγομαι= κλείνομαι στον εαυτό μου
recogimiento 1. α, μτφ, αποτράβηγμα, απομόνωση από τον κόσμο
2. αγρ, συλλογή του κοπαδιού, κατέβασμα στα χειμαδιά
3. εκφ, vivir en, con recogimiento, ζω αποτραβηγμένος από τον κόσμο
recogedero 1. α, πρχ περι-συλλε-κτήριο= μέρος ή αποθήκη για φύλαξη πραγμάτων
recogedor, ra 1. ε, περι-συλλεκτικός, -ή, -ό, una máquina recogedora de hojas,
μια μηχανή περισυλλεκτική για φύλλα
2. α θ, περι-συλλέκτης, -ια
recogedor 1. α, περισυλλεκτής= φαράσι
2. αγρ, περι-συλλέκτης, περι-συλλεκτική μηχανή
recogemigas 1. α, πρχ περισυλλέγει-μικρά = ψιχουλο-συλλέκτης, ειδικό σκουπάκι για μάζεμα στα ψίχουλα από το τραπέζι
recogepelotas 1. α, πρχ περισυλλέγει-μπάλακια= αγόρι, κορίτσι που μαζεύει τις μπάλες στο τένις
recogida 1. θ, συλλογή γραμμάτων από τα γραμματοκιβώτια
la hora de recogida, η ώρα της συλλογής
2. περισυλλογή σκουπιδιών, χαρτιών, μάζεμα, la recogida de la basura,
η περισυλλογή των σκουπιδιών
3. συγκομιδή καρπών, φρούτων, la recogida de la aceituna, η συγκομιδή της ελιάς
4. σνθ, recogida de equipajes, παραλαβή αποσκευών
recogida de firmas, συλλογή υπογραφών
recogida de basuras, de residuos, αποκομιδή σκουπιδιών, απορριμμάτων
recogida de datos, συλλογή στοιχείων
recogidamente 1. επρ, με περισυλλογή ψυχική
2. μοναχικά
recogido, da 1. ε, μτφ, για άτομο, αποτραβηγμένος, -η, -o, απομονωμένος, -η, -o από κόσμο
2. για σπίτι, κτίριο, μικρού μεγέθους, μαζεμένος, -η, -o, μικρός, -ή, -ó
3. για μέρος, απομονωμένος, -ή, -ό από τον κόσμο
sobrecoger πρχ υπερ-, επι-συλλέγω κάποιον
1. ρμ, προκαλώ εντύπωση ή φόβο σε κάποιον, τρομάζω, ξαφνιάζω
La palidez del rostro de Ana sobrecogió al profesor y por eso llamó a sus padres,
Η ωχρότητα του προσώπου της Άνν τρόμαξε τον δάσκαλο και έτσι φώναξε τους γονείς της
2. ραντ, ξαφνιάζομαι, τρομάζω, El público se sobrecogió cuando el toro embistió al torero,
Το κοινό τρόμαξε όταν ο ταύρος όρμησε στον ταυρομάχο
sobrecogimiento 1. α, ξάφνιασμα, τρομάρα
2. εντύπωση
sobrecogedor, ra 1. ε, εντυπωσιακός, -ή, -ό, που προκαλεί εντύπωση
cosecha πρχ κο-λέκτα> κο-σετσα> συλ-λογή ή κο-σετσα= σοδειά
1. θ, αγρ, περίοδος χρονική συγκομιδής ή συγκομιδή,
Los jornaleros llegaron una semana antes de que empiece la cosecha,
Οι εργάτες έφτασαν μια εβδομάδα πριν ξεκινήσει η συγκομιδή
2. συλλογή, θερισμός δημητριακών
3. αγρ, πρχ κο-σετσα= σοδειά, αποτέλεσμα συγκομιδής,
La cosecha fue muy buena este año, Η συγκομιδή ήταν πολύ καλή φέτος
4. μτφ, συλλογή τίτλων, βραβείων, El actor tiene una cosecha variada de premios: dos Óscar, un Golden Globe y un Teen Choice, Ο ηθοποιός έχει μια ποικίλη συλλογή βραβείων: δύο Όσκαρ, μια Χρυσή Σφαίρα και ένα βραβείο Teen Choice
5. οιν, χρόνος σοδειάς, es de la cosecha del 60, είναι εσοδείας 1960
6. εκφ, de la propia cosecha, οικ, από την προσωπική συλλογή μου= δικής μου επινόησης,
La trama de la película es de mi propia cosecha,
Η πλοκή της ταινίας είναι δικής μου επινόησης
cosechador, ra 1. ε, μτφ, για άτομο που συλλέγει βραβεία, σαρώνει,
un actor cosechador de premios, ένας ηθοποιός που σαρώνει τα βραβεία
cosechadora 1. θ, αγρ, θεριστική μηχανή
cosechar 1. αγρ, συλλέγω, μαζεύω,
2. αγρ, θερίζω
3. συλλέγω, μαζεύω τίτλους, βραβεία, αποκομίζω, el equipo griego cosechó 5 medallas,
η ελληνική ομάδα σύλλεξε 5 μετάλλια
cosechero, ra 1. α θ, αγρ, συλλέκτης, -ια
2. αγρ, θεριστής, -ια δημητριακών
elegir πρχ εκ-λεγω
1. ρμ, διαλέγω, επιλέγω, Elegí quedarme en casa como madre a tiempo completo,
Επέλεξα να μείνω σπίτι ως μητέρα πλήρους απασχόλησης,
no sé qué vestido elegir, δεν ξέρω ποιο φόρεμα να διαλέξω
2. εκλέγω κάποιον, ψηφίζω, ha sido elegida mejor película del año,
έχει εκλεγεί ως η καλύτερη ταινία της χρονιάς
Los ciudadanos eligieron al nuevo alcalde la semana pasada,
Οι πολίτες εξέλεξαν τον νέο δήμαρχο την περασμένη εβδομάδα
3. εκφ, haber donde elegir, υπάρχει μεγάλη ποικιλία επιλογών
elección
1. θ, εκλογή, επιλογή, un libro de su elección, ένα βιβλίο της επιλογής του,
Mis padres influyeron en mi elección de carrera universitaria,
Οι γονείς μου επηρέασαν την επιλογή μου για πανεπιστημιακή σταδιοδρομία
2. εκλογή σε κάποιον= διορισμός, su elección como ministro, o διορισμός του ως υπουργός
elecciones 1. θ πλ, εκλογές με ψήφο, No voté en las elecciones generales,
Δεν ψήφισα στις γενικές , βουλευτικές εκλογές
2. σνθ, elecciones generales, γενικές , βουλευτικές εκλογές
elecciones por sufragio universal, εκλογές καθολικής ψηφοφορίας
3. εκφ, convocar elecciones, συγ-καλώ= προκηρύσσω εκλογές
elegible 1. ε, εκλέξιμος, -η, -ο, εκλόγιμος, -η, -ο, επιλέξιμος, -η, -ο
elegibilidad 1. θ, εκλεξιμότητα , εκλογιμότητα
elegido, da πρχ εκ-λεγμένος
1. ε, επιλεγμένος, -η, -ο, διαλεγμένος, -η, -ο, επιλεγείς, -είσα, -έν
el tema elegido para la fiesta de cumpleaños de mi sobrino es “piratas”,
Το επιλεγμένο θέμα για το πάρτι γενεθλίων του ανιψιού μου είναι “πειρατές”
2. εκλεγμένος, -η, -o με ψήφο
3. α, εκλεκτός, -ή, για άτομο προορισμένο για κάτι σπουδαίο
Hay creyentes que piensan que ellos son los elegidos y que los demás arderán en el infierno,
Υπάρχουν πιστοί που νομίζουν ότι είναι οι εκλεκτοί και ότι οι άλλοι θα καούν στην κόλαση
inelegible 1. ε, μη εκλέξιμος, -η, -ο
inelegibilidad 1. θ, μη εκλεξιμότητα
preelegir 1. ρμ, προεκλέγω
reelegir 1. ρμ, επανεκλέγω,
reelección 1. θ, επανεκλογή
reelegible 1. ε, επανεκλέξιμος, -η, -ο
reelegibilidad 1. θ, δυνατότητα επανεκλογής
elegante πρχ εκ-λέγων με προσοχή> εκλεκτικός στις επιλογές του
1. ε, κομψός, -ή, -ó, Tienes que llevar un vestido elegante a la boda porque es de etiqueta,
Πρέπει να φορέσεις ένα κομψό φόρεμα στον γάμο επειδή είναι επίσημος
2. πολυτελής, -ές, -ή, vive en un elegante ático, ζει σε ένα πολυτελές ρετιρέ
3. εκλεπτυσμένος, -η, -ο
4. εκφ, ponerse elegante, ντύνομαι κομψά
elegancia 1. θ, κομψότητα
elegantemente 1. επρ, εκλεκτικά, κομψά
elegantizar 1. ρμ, ραντ, δίνω κομψότητα ή γίνομαι κομψός,
desde que tiene dinero su vestuario se ha elegantizado mucho,
Από τότε που έχει χρήματα, η γκαρνταρόμπα του έχει γίνει πολύ πιο κομψή
elegantón, ona 1. ε, οικ, κομψότατος, -ή, -ó, ¡qué elegantona estaba con su vestido nuevo!
τι κομψότατη που ήταν με το καινούργιο της φόρεμα!
inelegante 1. ε, πρχ αν-εκ-λεκτος= άκομψος, -η, -ο, άχαρος, -η, -ο
inelegancia 1. θ, πρχ αν-εκ-λεκτότητα= ακομψία, ακομψότητα, ασουλουπωσιά
electo, ta 1. ε, α θ, που ψηφίζεται για αξίωμα, θέση, εκλεγμένος, -η, -o, εκλεγείς, -είσα, -έν
elector, ra 1. ε, πρχ εκ-λέκτωρ= που εκλέγει, εκλογικός, -ή, -ó
2. α θ, εκλογέας, ψηφοφόρος, ¿Cuál es el porcentaje de electores necesario para cambiar una ordenanza? Ποιο είναι το αναγκαίο ποσοστό ψηφοφόρων για να αλλάξει μια διάταξη;
3. α, ιστ, εκλέκτωρας
electorado 1. α, πρχ εκ-λεκτορ-άτο = εκλογικό σώμα, εκλογείς, ψηφοφόροι
electoral 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με την εκλογή, εκλογικός, -ή, -ó
electoralismo 1. α, ελεκτοραλισμός, εκλογική τακτική
electoralista 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με την εκλογική τακτική
electivo, va 1. ε, που γίνεται ή δίνεται μέσω εκ-λογής> εκ-λεκτικός, -ή, -ό, αιρετός, -ή, -ó, εκλόγιμος, -η, -o
preelectoral 1. ε, προεκλογικός, -ή, -ό
élite, elite 1. θ, πρχ ελίτ, αφρόκρεμα, la élite de la ciudad, η ελίτ της πόλης
elitismo 1. α, ελιτισμός
elitista 1. ε, α θ, ελιτιστικός, -ή, -ό, ελιτιστής, -ια
diligente πρχ δια-λεγων προσεκτικά σε ό, τι κάνει ή με τρόπο διαλεκτό
1. ε, επιμελής, -ής, -ές, Rita es muy diligente. Incluso podría decir que es perfeccionista,
Η Ρίτα είναι πολύ επιμελής. Ακόμα θα μπορούσα να πω ότι είναι τελειομανής
2. γρήγορος, -η, -ο, σβέλτος, -η, -ο, en el trabajo es la más diligente,
στη δουλειά είναι η πιο γρήγορη,
La acción diligente de un socorrista me salvó la vida,
Η γρήγορη δράση ενός ναυαγοσώστη μου έσωσε τη ζωή
diligentemente 1. επρ, επιμελώς
diligencia πρχ δια-λεκτότητα σε ό, τι κάνω ή δι-αγότητα για κάτι
1. θ, επιμέλεια, Ejecutó todas las responsabilidades de su trabajo con gran diligencia,
Εκτέλεσε όλες τις αρμοδιότητες της εργασίας του με μεγάλη επιμέλεια
2. σπουδή, προθυμία σε κάτι, γρηγοράδα, σβελτάδα, πρχ το δι-άγω γρήγορα,
Volvió de la farmacia con diligencia para que su esposa no tuviera que sufrir más,
Επέστρεψε από το φαρμακείο με γρηγοράδα, ώστε η γυναίκα του να μην χρειαστεί να υποφέρει παραπάνω
3. πρχ δι-αγότητα για κάτι= διαδικασία, tengo que ir a resolver unas diligencias para formalizar la compra, Πρέπει να πάω να ολοκληρώσω κάποιες διαδικασίες για να επισημοποιήσω την αγορά
4. γραπτό ντοκουμέντο, έγγραφη απόδειξη για κάτι
5. ταχυδρομική άμαξα, επειδή δι-άγει τα γράμματα
6. νομ, δικαστική έρευνα, επειδή δια-λέγει τα στοιχεία
7. θ πλ, νομ, διαδικασίες, Vamos al ayuntamiento para hacer todas las diligencias judiciales para casarnos, Πηγαίνουμε στο δημαρχείο για να κάνουμε όλες τις νόμιμες διαδικασίες για να παντρευτούμε
8. σνθ, diligencias procesales, νομ, δικονομικές διαδικασίες
diligenciar 1. ρμ, κινώ διαδικασία, υποβάλει αίτηση για κάτι, προβαίνω σε ενέργειες,
Mi esposa es peruana y ya diligenció su visa,
Η σύζυγός μου είναι Περουβιανή και έχει ήδη υποβάλει αίτηση για βίζα
2. νομ, σφραγίζω, El empleado administrativo diligenció la solicitud de patente,
Ο διοικητικός υπάλληλος σφράγισε την αίτηση ευρεσιτεχνίας
dilecto, ta 1. ε, πρχ δια-λεκτός, -ή, -ό, αγαπητός, -η, -ó
mi dilecta amiga, η αγαπημένη μου φίλη.
dilección 1. θ, πρχ δια-λεκτή= αγάπη, στοργή, εκτίμηση
predilecto, cta 1. ε, προ-δια-λεκτός, -ή, -ό από ένα σύνολο, αγαπημένος, -η, -o,
mi comida predilecta, το αγαπημένο μου φαγητό
predilección 1. θ, πρχ προ-δια-λεκτή= προτίμηση
negligencia πρχ άνευ δια-λεκτότητας> μη επιμέλεια σε κάτι
1. θ, αμέλεια, El incendio forestal se produjo a causa de una negligencia, no fue intencional,
Η πυρκαγιά στο δάσος προκλήθηκε από αμέλεια, δεν ήταν σκόπιμη
2. ατημελησία, παραμέληση σε ντύσιμο
3. σνθ, negligencia profesional, επαγγελματική αμέλεια
negligente 1. ε, αμελής, -ής, -ές σε δουλειά, συμπεριφορά, απρόσεκτος, -η, -ο,
El doctor fue negligente e irresponsable al operar estando borracho,
Ο γιατρός ήταν αμελής και ανεύθυνος όταν χειρούργησε ενώ ήταν μεθυσμένος
2. ατημέλητος, -η, -o για ντύσιμο
selecto, ta πρχ εκ-λεκτός
1. ε, εκλεκτός, -ή, -ό, επιλεγμένος, -η, -o από ένα σύνολο,
Un grupo selecto de deportistas participará en el torneo,
Μια επιλεγμένη ομάδα αθλητών θα συμμετάσχει στο τουρνουά
2. εκλεκτός, -ή, -ó, με ποιότητα, invitados selectos, εκλεκτοί προσκεκλημένοι
3. μτφ, αποκλειστικός, -ή, -ό, πριβε, κλειστός, -ή, -ό,
El padre de Pedro es miembro de un selecto club de yates,
Ο πατέρας του Πέδρο είναι μέλος μιας κλειστής λέσχης ιστιοπλοΐας
selección πρχ σε-λεξιον> συλ-λογή ή κο-λεξιόν= εκ-λογή από σύνολο
1. θ, πράξη εκλογής, επιλογή, una selección de los cuadros más caros,
μια επιλογή από τους πιο ακριβούς πίνακες
2. αποτέλεσμα εκ-λογής, επιλογή, ποικιλία, γκάμα, ανθολογία, συλλογή εκλεκτή,
una vasta selección de libros, μια μεγάλη επιλογή από βιβλία,
Este restaurante tiene una buena selección de vinos locales,
Αυτό το εστιατόριο έχει μια καλή ποικιλία από τοπικά κρασιά
El cantante publicará una selección de sus canciones más conocidas,
Ο τραγουδιστής θα δημοσιεύσει μια ανθολογία από τα πιο γνωστά τραγούδια του
3. αθλ, εθνική ομάδα, επειδή γίνεται εκ-λογή ατόμων
Mañana jugará la selección española contra Francia,
Αύριο θα παίξει η εθνική ομάδα της Ισπανίας με τη Γαλλία
4. σνθ, selección nacional, αθλ, εθνική ομάδα
selección natural, βιο, φυσική επιλογή
seleccionar 1. ρμ, επιλέγω, Usa el mouse para seleccionar el texto que quieres modificar, Χρησιμοποιήστε το ποντίκι για να επιλέξετε το κείμενο που θέλετε να τροποποιήσετε
2. διαλέγω, No sé cómo seleccionar el mejor corte de carne para este plato,
Δεν ξέρω πώς να διαλέξω το καλύτερο κομμάτι κρέατος για αυτό το πιάτο
seleccionador, ra πρχ εκ-λεκτορας
1. ε, που επιλέγει, διαλέγει
2. α θ, εκ-λέκτορας= υπεύθυνος, -η επιλογής προσωπικού
3. αθλ, εκλέκτορας, προπονητής εθνικής ομάδας
seleccionador 1. α, επιλογέας, διαλογέας για μηχάνημα,
seleccionador de fruta, μηχάνημα διαλογής φρούτων
seleccionado, da 1. ε, α θ, επιλεγμένος, -η, -o
selectividad 1. θ, επιλεκτικότητα
2. εκπ, εξετάσεις εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, επειδή γίνεται επιλογή
selectivo, va 1. ε, επι-λεκτικός, -ή, -ό
selector πρχ εκ-λεκτορας
1. α, μηχάνημα που επιλέγει, επιλογέας
selector, ra 1. ε, επιλεκτικός, -ή, -ó
preseleccionar 1. ρμ, αθλ, προ-επιλέγω
preselección 1. θ, προ-επιλογή, προ-εκλογή
preselector 1. α, ραδ, προ-επι-λογέας
analectas 1. θ πλ, ανάλεκτα
eclecticismo 1. α, εκλεκτικισμός
ecléctico, ca 1. ε, α θ, εκλεκτικός, -ή, -ó
leña πρχ λενια> από εξ-υλης> ξύλο, πρχ ξυ-λενια= ξύλο
1. θ, καυσό-ξυλο, κούτσουρο, Tenemos suficiente leña para sobrevivir el invierno,
Έχουμε αρκετά καυσόξυλα για να επιβιώσουμε τον χειμώνα
2. οικ, μτφ, ξύλο, ξυλοφόρτωμα, ξυλιά, al finalizar el partido hubo leña en las graderías,
Στο τέλος του αγώνα υπήρξε ξύλο στις κερκίδες
3. σνθ, leña menuda, καυσό-ξυλα
leña muerta, seca, νεκρά, ξερά ξύλα
4. εκφ, echar leña al fuego, οικ, ρίχνω ξύλο= ρίχνω λάδι στη φωτιά
poner leña al fuego, μτφ, βάζω ξύλο= ρίχνω λάδι στη φωτιά
ir por leña, οικ, ψάχνω για ξύλο= φασαρίες
llevar leña al monte, μτφ, πάω ξύλο στο βουνό= κομίζειν γλαύκα εις Αθήνας
dar leña, οικ, αθλ, μτφ, δίνω ξύλο= παίζω σκληρά
dar leña a alguien, οικ, μτφ, δίνω ξύλο σε κάποιον, ξυλοφορτώνω,
Cuando te pille te voy a dar leña de verdad, Όταν σε πιάσω, θα σε δείρω πολύ
cargar de leña a alguien, μτφ, δίνω ξύλο σε κάποιον, ξυλοφορτώνω
leñador, ra 1. α θ, ξυ-λο-κόπος, υλο-τόμος
2. έμπορος ξυλείας, ξυ-λέμπορος
leñatero, ra 1. α θ, πρχ ξυλείαν-τηρεί= ξυλοκόπος, υλοτόμος
leñazo 1. α, οικ, πρχ ξυλιανατο = χτύπημα με ρόπαλο
2. ξύλο, χτύπημα με το χέρι
3. για όχημα, σαν ξυλιά μεταξύ τους, τσούγκρισμα, σύγκρουση
4. εκφ, dar, pegar un leñazo a alguien, δίνω, μπήγω ξυλιά= χτυπάω κάποιον
leñe 1. επφ, για έκπληξη, θυμό, οργή, πρχ λενιε> έλεον= έλεος!, αμάν!, στο κα-λό(λε-νιε)!,
¡cállateya, leñe! αμάν, σώπασε πια!
leñera 1. θ, πρχ ξυ-λιερα= ξυλο-μερος, ξυλ-αποθήκη
leñero, ra 1. α θ, πρχ ξυ-λείαν-φέρων= ξυλέμπορος
2. οικ, αθλ, μτφ, ξυ-λινος ή στ-υλιάρι= σκληρός, -ή στο παιχνίδι
leñero 1. α, πρχ ξυ-λεία-μερο= ξυλαποθήκη
leñero, ra 1. ε, οικ, αθλ, ξύ-λινος, -η, -ο = σκληρός, -ή, -ó
leño 1. α, πρχ ξυ-λενιο, τμήμα κορμού υλοτομημένου δέντρου, κούτσουρο
2. μτφ, οικ, για άτομο, πρχ ξυ-λένιος= κούτσουρο, στόκος,
Tu hermano es un leño. Siempre lo hace todo mal,
Ο αδερφός σου είναι ένα κούτσουρο. Πάντα κάνει τα πάντα λάθος
3. μτφ, για πράγμα, χοντρό κομμάτι, σαν ξύλο
4. λγτ, πλεούμενο, σαν ξύλο που πλέει
5. βοτ, κούτσουρο
6. εκφ, dormir como un leño, οικ, κοιμήθηκα σαν ξύλο= κούτσουρο
leñoso, sa 1. ε, ξυλώδης, -ης, -ες, ξύλινος, -η, -ο, Esta planta tiene un tallo leñoso,
Αυτό το φυτό έχει ξυλώδη βλαστό
lignito 1. α, λιγνίτης
lignina 1. θ, χημ, λιγνίνη
lignario, ria 1. ε, ξυλώδης, -ης, -ες
lignificación 1. θ, βοτ, ξυλοποίηση
lignificarse 1. ραντ, ξυλοποιούμαι
lignocelulosa 1. θ, βοτ, λιγνο-κυτταρίνη
lignoso, sa 1. ε, βοτ, ξ-υλώδης, -ης, -ες
lígnum crucis 1. α, θρη, το Τίμιο Ξύλο, σταυρού