LECHO

LECHO = ΠΡΧ ΛΕΧΟ> ΛΟΧΟΣ> ΚΑΤΩ ΣΤΕΚΟΜΑΙ, ΞΑΠΛΩΝΩ,

ΠΡΧ ΛΕΤΣΟΣ> ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΚΑΤΩ> ΚΡΕΒΑΤΙ,

ΠΡΧ ΛΕΧΩΝΑ> ΕΠΕΙΔΗ ΜΕΝΕΙ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ> ΚΡΕΒΑΤΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

légamo πρχ λόχιμο> που είναι κάτω, από λόχος

1. α, βόρβορος, λάσπη, γλίτσα

legamoso, sa 1. ε, πρχ λοχ-ώδης> λασπώδης, -ης, -ες, γλιτσερός, -ή, -ό,

βορβορώδης, -ης, -ες

leganal 1. α, πρχ λοχ-νες, σαν την λίμνη, βούρκος, τέλμα, βόρβορος

lía 1. θ, πρχ λία > γ-λίτσα ή λοχία= κατάλοιπο από υγρό, επειδή μένει κάτω

2. lías, θ πλ, τρυγιές από οίνο

liásico, ca 1. ε, γωλ, σχετικός, -ή, -ó με το Λιάσιο

liásico 1. α, el Liásico, το Λιάσιο

liria 1. θ, πρχ κο-λλαριο= ιξός, κόλλα για πουλιά

enlegamar 1. ρμ, αγρ, πρχ επι-λοχίζω= προβαίνω σε επιπλήρωση

aristoloquia 1. θ, βοτ, αριστολοχία

lecho πρχ λεχώνα ή λόχος= κρεβάτι ή μέρος όπου στέκεται κάτι, κοίτη

1. α, κρεβάτι, Estaba tirada sobre un lecho de rosas,

Ήταν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι με τριαντάφυλλα

2. κοίτη ποταμού, Este tipo de pez se alimenta en el lecho del río,

Αυτό το είδος ψαριού τρέφεται στην κοίτη του ποταμού

3. αχυρο-στρωμνή για ζώα

4. βυθός θάλασσας, λίμνης, la Atlántida se encuentra en el lecho del mar,

η Ατλαντίδα βρίσκεται στον βυθό της θάλασσας

5. γωλ, στρώμα, διάστρωση

6. σνθ, lecho conyugal, συζυγική κλίνη

lecho marino, βυθός της θάλασσας

7. εκφ, estar en su lecho de muerte, βρίσκεται στη νεκρική κλίνη

abandonar el lecho, εγκαταλείπω την κλίνη

ser un lecho de rosas, είναι βίος ανθόσπαρτος

lechigada 1. θ, πρχ λεχων-άδα= γεννητούρι, σύνολο ζώων από γέννα μιας μητέρας

candelecho 1. α, πρχ καλύβα-λοχο, υψωμένη καλύβα-κρεβάτι για φύλαξη των αμπελιών

sobrelecho 1. α, ατκ, πρχ υπο-λοχος= κάτω επιφάνεια πέτρας

litera πρχ λοχ-ιέρα ή λετσ-ερα ή π-λατ-ιερα= μέρος για ξάπλωμα

1. θ, διώροφο κρεβάτι

2. κουκέτα σε τρένο, πλοίο

Scroll to Top