LAICO

LAICO= ΠΡΧ ΛΑ’Ι’ΚΟΣ, ΚΟΣΜΙΚΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

laico, ca πρχ λαϊκός= εκτός κλήρου

1. ε, α θ, λαϊκός, -ή, -ó, κοσμικός, -ή, -ό, los laicos colaboran con la Iglesia,

οι λαϊκοί συνεργάζονται με την εκκλησία

2. ουδετερόθρησκος, -η, -ο, Si bien el Estado es laico, la Iglesia ejerce una fuerte influencia,

Αν και το κράτος είναι ουδετερόθρησκο, η Εκκλησία ασκεί μια ισχυρή επιρροή

laical 1. ε, λαϊκός, -ή, -ό, κοσμικός, -ή, -ό

2. μτφ, ουδετερόθρησκος, -η, -ο

laicismo 1. α, κοσμικότητα του κράτους

laicidad 1. θ, κοσμικότητα του κράτους

laicista 1. ε, α θ, οπαδός κοσμικότητας του κράτους

laicizar 1. ρμ, εκκοσμικεύω, αφαιρώ από κάποιον, κάτι κάθε επιρροή θρησκευτική

laicización 1. θ, εκκοσμίκευση

laicado 1. α, θρη, πρχ λαικάτο= λαϊκοί, κοσμικοί

lego, ga 1. ε, θρη, λαϊκός, -ή, -ó, los legos no pueden acceder a esta parte del monasterio,

οι λαϊκοί δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτό το σημείο του μοναστηρίου

2. σε μοναστήρι, θεράπων, -ουσα, -ον

3. μτφ, πρχ λίγος σε γνώση, αδαής, -ής, -ές, αμαθής, -ής, -ές, άσχετος, -η, -ο με κάτι,

ή επειδή η λαϊκοί δεν είχαν πρόσβαση σε γνώση,

soy lego en historia de este país, είμαι αδαής στην ιστορία αυτής της χώρας

4. εκφ, ser lego en, οικ, μτφ, είμαι ανίδεος, es lego en la materia, είναι ανίδεος στο θέμα

lego, ga 1. α θ, μτφ, λίγος σε γνώση για κάτι= άσχετος, άσχετη

2. θρη, λαϊκός, λαϊκή

3. θρη, σε μοναστήρι, θεράπων αδελφός, θεράπουσα αδελφή

4. εκφ, ser un lego en, οικ, μτφ, είμαι αδαής σε

Scroll to Top