LACONIA= ΠΡΧ ΛΑΚΩΝΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Lacedemonia 1. ονο, Λακεδαιμόνια
lacedemonio, nía 1. ε, ιστ, σχετικός, -ή -ó με τους Λακεδαιμόνιους
2. α θ, ιστ, Λακεδαίμων, Λακεδαιμόνιος, -α
lacón 1. α, μαγ, είδος αλλαντικού από το μπροστινό πόδι του χοιρινού
2. σνθ, lacón con grelos, λάκον με ρέβες
Laconia 1. ονο, η Λακωνία
lacónico, ca 1. ε, απο Λακωνία, λακωνικός, -ή, -ó
2. μτφ, λακωνικός, -ή, -ó, respuesta lacónica, απάντηση λακωνική
laconismo 1. α, λακωνισμός
lacónicamente 1. επρ, λακωνικά