JURAR= ΠΡΧ Χ-ΟΥΡΑΡ> ΟΡΚ-ΙΖΩ, ΠΡΧ ΚΥΡΟΣ, ΠΡΧ ΟΡΚΟΣ, ΠΡΧ ΒΑΖΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ> ΟΡΚΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
jura 1. θ, όρκος
2. νομ, όρκιση, όρκος
3. σνθ, jura de bandera, δίνω όρκο στη σημαία
jurar πρχ ορκ-ίζω, -ομαι, πρχ κύρος= δίνω το κύρος μου για κάτι, ορκίζομαι
1. ρμ, νομ, ha jurado que es inocente, έχει ορκιστεί πως είναι αθώος
ορκίζομαι (σε) κάτι, ομνύω, te lo juro, σου το ορκίζομαι
los ministros han jurado el cargo,
οι υπουργοί ορκίστηκαν άμα τη αναλήψει των καθηκόντων τους
2. παίρνω όρκο για κάτι σαν να είμαι σίγουρος, yo juraría que ha sido él,
θα έπαιρνα όρκο ότι ήταν αυτός
3. βρίζω, βλασφημώ, cuando le dije que tenía que trabajar el fin de semana empezó a jurar,
όταν του είπα πως έπρεπε να δουλέψει το ΣΚ άρχισε να βρίζει
4. ραντ, δίνω αμοιβαίο όρκο με κάποιον, συνορκίζομαι, se juraron amor eterno,
έδωσαν αμοιβαίο όρκο πίστης
5. εκφ, jurársela, tenérsela jurada a alguien, οικ, του την ορκίζω για κάτι= του την φυλάω,
του την έχω φυλαγμένη, me la tiene jurada desde que le insulté,
μου την έχει φυλαγμένη απο τότε που τον πρόσβαλα
jurar en falso, ψευδορκώ
jurar en vano, ορκίζομαι μάταια, no jurarás el nombre de Dios en vano,
ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω
juramento πρχ όρκισ-μα
1. α, όρκος, hizo juramento de fidelidad a su esposa, έκανε όρκο πίστης στην σύζυγο του
2. βρισιά, βλασφημία, al pillarse el dedo soltó un juramento,
οταν μάγκωσε το δάκτυλο αμόλυσε μια βρισιά
3. σνθ, juramento asertorio, decisorio, deferido, judicial, promisorio, supletorio, βεβαιωτικός, επακτός, επακτός, δικονομικός, υποσχετικός, συμπληρωματικός όρκος
juramento de fidelidad, de obediencia, όρκος, δήλωση πίστης, υποταγής
juramento falso, ψευδ-ορκία
juramento hipocrático, o όρκος του Ιπποκράτη
4. εκφ, bajo juramento, υπο όρκου, ενόρκως
prestar juramento, παρα-στέκω όρκο= ορκίζομαι, ορκοδοτώ
quebrantar, romper un juramento, αθετώ, παραβαίνω τον όρκο μου, επιορκώ
tomar juramento a alguien, παίρνω όρκο από κάποιον, βάζω κάποιον να μου ορκιστεί
juramentar 1. ρμ, ορκίζω, En una bonita ceremonia lo juramentaron como Presidente,
Σε μια όμορφη τελετή τον όρκισαν ως Πρόεδρο
2. ραντ, παίρνω όρκο πως θα πράξω κάτι, δίνω αμοιβαίο όρκο
se juramentaron para derrocar al tirano, ορκίστηκαν για να ρίξουν τον τύρρανο
juramentado, da 1. ε, νομ, που έχει ορκιστεί, ορκισμένος, -η, -ο, ορκωτός, -ή, -ό
jurado, da
1. νομ, ε, ένορκος, -η, -o
2. ορκωτός, -ή, -ó μεταφραστής, διερμηνέας, jurado traductor, intérprete
3. α θ, ένορκος σε δίκη
4. μέλος κριτικής επιτροπής σε διαγωνισμό
jurado 1. α σε δίκη, διαγωνισμό, enjuicio, concurso, competición σώμα εν-όρκων,
κριτική επιτροπή
2. σνθ, jurado de empresa, εταιρικό συμβούλιο
jurado mixto, μικτή επιτροπή
juratoria 1. θ, ιστ, πρχ ορκισ-τήρια= φύλλο ασημιού ή περγαμηνή με γραμμένες τις αρχές του κάθε ευαγγελίου και στα οποία ορκίζονταν οι δικαστικοί άρχοντες της Αραγονίας
juratorio, ria 1. ε, νομ, πρχ ορκισ-τήριος= ένορκος, -η, -o
abjurar πρχ απ-ορκίζομαι
1. ρμ, απαρνούμαι, abjuraron el cristianismo, απαρνήθηκαν τον χριστιανισμό
2. ρα, απαρνούμαι
3. abjurar de, απαρνούμαι απο, abjuró de su fe, απαρνήθηκε απο την πίστη του
abjuración 1. θ, αποκήρυξη σε αξίωμα
2. απάρνηση πίστης
conjurar πρχ συν-ορκώ με κάποιον
1. ρα, ραντ, συνωμοτώ, se conjuraron contra la dictadura,
συνωμότησαν εναντίον της δικτατορίας
2. ρμ, εξορκίζω, conjuró a los demonios, εξόρκισε τα δαιμόνια
3. μτφ, ξορκίζω, εμποδίσω, las medidas del gobierno intentan conjurar la crisis económica,
τα μέτρα της κυβέρνησης προσπαθούν να ξορκίσουν την οικονομική κρίση
4. μτφ, παρακαλώ, εκλιπαρώ κάποιον, σαν να ορκίζομαι
conjuro πρχ κατα-όρκος 1. α, ξόρκι, μαγεία, μάγια
2. εξορκισμός δαιμονίου
3. ικεσία, έκκληση σε κάποιον, σαν λόγια όρκου
conjura, conjuración 1. θ, πρχ, συν-ορκία σε κάτι= συν-ωμοσία
2. ξόρκισμα κινδύνου, διώξιμο σε κάτι
conjurado, da 1. ε, α θ, συνωμοτικός, -ή, -ó, συνωμότης, -ισσα
conjurador, ra 1. ε, α θ, συνωμοτικός, -ή, -ό, συνωμότης, -ισσα
conjuramentar 1. ρμ, ραντ, juramentar
injuria 1. θ, πρχ χουνέρι> άσχημη πράξη= ύβρις, βρισιά, προσβολή,
le lanzó una serie de injurias que asustaban, του έριξε μια αράδα απο βρισιές που τρόμαζαν
injuriar πρχ χουνερ-ιάζω κάποιον
1. ρμ, καθυβρίζω, προσβάλλω με λόγια
2. λογ, βλάπτω κάποιον ηθικά
3. πληγώνω σωματικά
injurioso, sa 1. ε, υβριστικός, -ή, -ό, προσβλητικός, -ή, -ό
injuriador, a 1. ε, υβριστικός, -ή, -ó, προσβλητικός, -ή, -ó
2. α θ, υβριστής, -ια
injuriante 1. ε, υβριστικός, -ή, -ό, προσβλητικός, -ή, -ό
perjurar 1. ρμ, πρχ περι-ορκίζομαι= ορκίζομαι πολύ συχνά ή ξανα-ορκίζομαι για κάτι,
juro y perjuro que yo no he sido, ορκίζομαι και ξανά ορκίζομαι πως εγώ δεν ήμουν
2. ρα, πρχ παρ-ορκίζομαι= ψευδορκώ, el testigo perjuró, ο μάρτυρας ψευδόρκησε
3. ραντ, επιορκώ, δεν τηρώ τον όρκο μου
perjurio 1. α, ψευδορκία, επιορκία, acusado de perjurio, κατηγορούμενος για ψευδορκία
2. εκφ, cometer perjurio, διαπράττω ψευδορκία, ψευδορκώ, επιορκώ
perjuro, ra 1. ε, α θ, επίορκος, -η, -o, ψευδομάρτυρας
juro 1. α, νομ, πρχ κύρος, όρκος= ισόβιο δικαίωμα κυριότητας
jurista 1. α θ, νομικός, πρχ ορκ-ιστής> επειδή ασχολείται με τον όρκο= λόγια δικαίου
jurídico, ca ε πρχ ορκο-δικος= νομικός, -ή, -ó
jurídicamente 1. επρ, νομικώς
jurisconsulto, ta 1. α θ, νομ, πρχ κυρο-, ορκο- συν-βουλος= νομομαθής
jurisdicción 1. θ, πρχ χωρο-δοσία ή ορκο-δοσία= δικαιοδοσία, αρμοδιότητα, εξουσία,
este caso no es de mi jurisdicción, αυτή η υπόθεση δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία μου
2. δωσιδικία για έδαφος
3. σνθ, jurisdicción civil, contenciosa, administrativa, ordinaria, voluntaria, graciosa δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων
δικαιοδοσία για την επίλυση διαφορών
δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων
τακτική δικαιοδοσία , εκούσια δικαιοδοσία
4. εκφ, caer, estar bajo la jurisdicción de alguien, εμπίπτω στη δικαιοδοσία κάποιου
este asunto no cae bajo su jurisdicción, αυτό το θέμα δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του
tener jurisdicción sobre algo, alguien, έχω δικαιοδοσία επι κάτι, κάποιον
jurisdiccional 1. ε, δικαιοδοτικός, -ή, -ό
jurispericia 1. θ, πρχ ορκο-εμ-πειρία= νομομάθεια
jurisperito, ta 1. α θ, πρχ ορκο-εμ-πειρος= νομομαθής
jurisprudencia 1. θ, νομ, ορκο-περι-δοσία= νομική επιστήμη, νομολογία
2. εκφ, sentar jurisprudencia, παράγω νομολογία
jurisprudencial 1. ε, νομολογιακός, -ή, -ó, νομικός, -ή, -ó
justo, ta πρχ χ-ουστο> σ-ωστό, πρχ τζαστ= ακριβώς για σημείο
1. ε, που πράττει με δικαιοσύνη, λογική, σωστός, -ή, -ό, ορθός, -ή, -ό, δίκαιος, -η, -o,
una ley justa, ένας δίκαιος νόμος
2. για ποσότητα, ακριβής, -ής, -ές, tengo el dinero justo para comprar la mesa,
έχω ακριβώς τα χρήματα για να αγοράσω το τραπέζι
3. για αντικείμενο, στενός, -ή, -ό, σφιχτός, -ή, -ό, esta camiseta me viene justa,
αυτή η μπλούζα μου έρχεται στενή
4. για κάτι που εφαρμόζει τέλεια, ακριβής, -ής, -ές, κατάλληλος, -η, -o,
el momento justo, η κατάλληλη στιγμή
5. μσκ, τέλειος, -α, -o, cuarta, octava justa, τέλεια τετάρτη, οκτάβα
6. εκφ, andar, estar justo de algo, βαδίζω, στέκω τζαστ σε κάτι= είμαι τσίμα-τσίμα,
έχω έλλειψη από κάτι, vamos justos de tiempo, πάμε ίσα ισα απο χρόνο, δεν έχουμε χρόνο
ando justo de dinero, είμαι τσίμα-τσίμα με τα λεφτά
vivir con lo justo, ζω με τα απολύτως απαραίτητα
justedad πρχ χουστεδαδ> σ-ωστότητα σε όρια, δίκαιο, ποσότητα
1. θ, ιδιότητα του Justo
2. ακρίβεια, ορθότητα
justeza 1. θ, justedad
justillo 1. α, κορσές, επειδή είναι τζαστ= σφιχτά
justo πρχ σ-ωστός ηθικά
1. α θ, θρη, δίκαιος, -α, αγαθός, -ή
2. εκφ, pagar justos por pecadores, πρμ πληρώνει ο δίκαιος αντι των αμαρτωλών=
τη νύφη την πληρώνουν πάντα οι αθώοι
justo πρχ σ-ωστό
1. επρ, τζαστ, ακριβώς, llegas justo a tiempo, ήρθες ακριβώς στην ώρα σου
2. μόλις, justo ahora te he visto, τώρα μόλις σε είδα
3. για ποσότητα, μόλις, tiene justo para vivir, έχει μόλις τα απαραίτητα για να επιβιώσει
justamente πρχ σ-ωστό
1. επρ, με δικαιοσύνη, δικαίως, ορθώς, actuó justamente, ενήργησε δίκαια
2. ακριβώς χρονικά, χωρικά, τροπικά, sucedió justamente así,
συνέβηκε ακριβώς έτσι
lo quiero justamente ahí, το θέλω ακριβώς εκεί
justamente a las 12, ακριβώς στις 12
Justiniano 1. ονο, Ιουστινιανός
injusto, ta πρχ ανευ-χουστο> μη σωστό> α-σωστο
1. ε, άδικος, -η, -o, vivimos en un mundo injusto, ζούμε σε έναν άδικο κόσμο
no seas injusto conmigo, μην είσαι άδικος μαζί μου
2. α θ, άδικος, -η
injustamente 1. επρ, άδικα, αδίκως
justicia πρχ χ-ουστοτητα> σ-ωστό-τητα
1. θ, δικαιοσύνη, απόδοση σωστού μεριδίου στον καθένα, υλικού, άυλου
2. νομ, δικαιοσύνη, πράξη απο όργανα δικαστηρίων
3. νομ, σύνολο οργάνων που ασκούν δικαιοσύνη, en manos de la justicia,
στα χέρια της δικαιοσύνης
4. εκφ, administrar justicia, αποδίδω δικαιοσύνη
de justicia δίκαιο, σωστό, creo que es de justicia agradecer a la gente,
νομίζω πως είναι δίκαιο να ευχαριστήσω τον κόσμο
ή πολύ έντονος, hace un calor de justicia, κάνει φοβερή ζέστη
entregarse a la justicia, παραδίδομαι στη δικαιοσύνη
hacer justicia, αποδίδω δικαιοσύνη ή αποδίδω την σωστή αναλογία σε κάτι,
al final se hizo justicia, στο τέλος αποδόθηκε δικαιοσύνη,
esta foto no le hace justicia, αυτή η φωτογραφία δεν τον κολακεύει
pedir algo en justicia, απαιτώ ενδίκως
pedir justicia, ζητώ δικαίωση, δικαιοσύνη
tomarse la justicia por su mano, αυτο-δικώ, παίρνω τη δικαιοσύνη στα χέρια μου
injusticia 1. θ. αδικία. ¡es una injusticia! είναι αδικία!
justiciero, ra πρχ σ-ωστό-τατος σε εφαρμογή δικαιοσύνης
1. ε, δίκαιος, -η, -ο, ακριβοδίκαιος, -η, -ο, άτεγκτος, -η, -ο, αδέκαστος, -η, -ο
policía justiciera, αστυνομία δίκαιη
justificar πρχ σ-ωστο-φτιάχνω κάτι> δικαιο-λογώ, κάνω να φαίνεται σωστό
1. ρμ, δικαιολογώ, la lluvia justifica el retraso del tren,
η βροχή δικαιολογεί την καθυστέρηση του τρένου
su edad justifica su ignorancia, η ηλικία του δικαιολογεί την άγνοια του
2. αιτιολογώ κάτι με αποδείξεις, justifica los gastos de comida con las facturas,
αιτιολογεί τα έξοδα του φαγητού με τις αποδείξεις
3. δικαιώνω κάποιον για την αθωότητα του, me ha justificado con pruebas,
με έχει δικαιώσει με αποδείξεις
4. ραντ, δικαιολογούμαι σε κάποιον, se justificó ante la directiva por su omisión,
δικαιολογήθηκε προ της διεύθυνσης για την παράλειψη του
justificación 1. θ, δικαιολόγηση
2. αιτιολόγηση
3. δικαίωση
4. δικαιολογία
5. σνθ, justificación a la derecha, a la izquierda, τυπ, στοίχιση δεξιά, αριστερά
justificación automática, τυπ, αυτόματη στοίχιση
justificativo, va 1. ε, δικαιολογητικός, -ή, -ό
2. αποδεικτικός, -ή, -ό, αιτιολογητικός, -ή, -ό
justificable 1. ε, δικαιολογήσιμος, -η, -ο
justificante 1. ε δικαιολογητικός, -ή, -ó
2. α δικαιολογητικό, απόδειξη, justificante de ausencia δικαιολογητικό για απουσία
3. σνθ justificante de asistencia, médico πιστοποιητικό παρακολούθησης,
ιατρικό πιστοποιητικό
justificante de compra de ingreso απόδειξη αγοράς, τραπεζικό αποδεικτικό κατάθεσης
justificado, da 1. ε, δικαιολογημένος, -η, -ο
2. αιτιολογημένος, -η, -ο
justificadamente 1. επρ, δικαιολογημένα, αιτιολογημένα
injustificable 1. ε, αδικαιολόγητος, -η, -ο
injustificado, da 1. ε, αδικαιολόγητος, -η, -o
injustificadamente 1. επρ, αδικαιολόγητα
justipreciar 1. ρμ, πρχ σωστο-περι-τιμώ κάτι= κοστολογώ, αξιολογώ,
justipreciaron los muebles antes de venderlos,
κοστολόγησαν τα έπιπλα προτού τα πουλήσουν
justiprecio 1. α, κοστολόγηση, αξιολόγηση
ajuste πρχ αχ-ουστε> σ-ωστή θέση σε κάτι, τζαστ σε κάτι
1. α, ρύθμιση, tienes que hacerme un ajuste en el sistema de arranque del motor,
πρέπει να μου κάνεις μια ρύθμιση στο σύστημα εκκίνησης του κινητήρα
2. καθορισμός τιμής, ajuste de precios
3. σύναψη συμφωνίας, consiguieron un buen ajuste entre los sindicatos y los trabajadores,
κατάφεραν μια καλή σύναψη μεταξύ των συνδικάτων και των εργατών
4. πρόσληψη σε κάποιον, σωστή θέση για αυτόν
5. τχν, συναρμολόγηση, εφαρμογή για κομμάτια
6. εμπ, εξόφληση λογαριασμού, καθορισμός τιμής, προσαρμογή τιμής
7. κνμ, σύνδεση πλάνων
8. φωτ, καδράρισμα
9. τυπ, σελιδοποίηση
10. σνθ, ajuste de cuentas, ξεκαθάρισμα λογαριασμών
ajuste de plantilla, μείωση προσωπικού
ajuste presupuestario, δημοσιονομική προσαρμογή
ajuste salarial, μισθολογική προσαρμογή
11. εκφ, más vale mal ajuste que buen pleito,
είναι προτιμότερος ένας κακός συμβιβασμός από μια καλή δίκη
ajustar πρχ βάζω σε σωστή θέση
1. ρμ, για ρούχο, εφαρμόζω, στενεύω, La sastre ajustará el traje para que me quede mejor,
Ο ράφτης θα στενέψει το κοστούμι για να μου ταιριάζει καλύτερα
2. προσαρμόζω, El gobierno decidió ajustar el presupuesto para reducir el déficit,
Η κυβέρνηση αποφάσισε να προσαρμόσει τον προϋπολογισμό για να μειώσει το έλλειμμα
Necesito ajustar mis expectativas a la realidad,
Χρειάζεται να προσαρμόσω τις προσδοκίες μου στην πραγματικότητα
3. μετριάζω ψυχικά, debes ajustar tus pasiones, πρέπει να μετριάσεις τα πάθη σου
4. κλείνω καλά πώμα, πόρτα, παράθυρο, tapa, puerta, ventana
5. καθορίζω τιμή, ajustaron el servicio en mil euros,
καθόρισαν την υπηρεσία στα 1000 ευρώ
6. προξενεύω γάμο, ajustar un matrimonio
ή συνάπτω συμφωνία, ajustar un tratado de paz, συνάπτω μια συνθήκη ειρήνης
7. κανονίζω πώληση
8. κανονίζω, ρυθμίζω ημερομηνία, ωράριο
9. τχν, συναρμολογώ κομμάτια, μέρη, ajustar un módulo con otro,
συναρμολογώ ενα στοιχείο με άλλο
10. τχν, ρυθμίζω, El mecánico tuvo que ajustar los frenos del coche,
Ο μηχανικός έπρεπε να ρυθμίσει τα φρένα του αυτοκινήτου
11. τυπ, σελιδοποιώ
12. ρα, κάτι μου έρχεται τζάστ, κουτί, ταιριάζει ακριβώς
13. ραντ, σφίγγω ζώνη, επίδεσμο
14. ajustarse a, εφαρμόζω σε, la ventana no se ajusta al marco,
το παράθυρο δεν εφαρμόζει καλά στο πλαίσιο
15. ανταποκρίνομαι σε, el hecho no se ajusta a la verdad,
το γεγονός δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια
16. προσαρμόζομαι, ταιριάζω, Tuve que ajustarme al nuevo horario de trabajo,
Έπρεπε να προσαρμοστώ στο νέο ωράριο εργασίας.
Es difícil ajustarse a una nueva cultura cuando emigras,
Είναι δύσκολο να ταιριάξεις σε μια νέα κουλτούρα όταν μεταναστεύεις
Las empresas deben ajustarse a las nuevas regulaciones ambientales,
Οι επιχειρήσεις πρέπει να συμμορφωθούν με τους νέους περιβαλλοντικούς κανονισμούς
17. εκφ, ajustarle las clavijas a alguien, οικ, σφίγγω τα λουριά σε κάποιον
ajustable 1. ε, ρυθμίσιμος, -η, -ο, προσαρμόσιμος, -η, -ο
ajustado, da 1. ε, για ρούχο, στενός, -ή, -ό, εφαρμοστός, -ή, -ó
un traje muy ajustado, ένα πολύ εφαρμοστό κουστούμι
2. για τιμή, ποσότητα, ακριβής, -ής, -ές, resultados ajustados, ακριβή αποτελέσματα
3. για μηχανή, ρυθμισμένος, -η, -o, el motor ya está ajustado, η μηχανή είναι ρυθμισμένη
5. για υπολογισμό, τιμή, ακριβής, -ής, -ές, un cálculo ajustado, ένας ακριβής υπολογισμός
ajustado 1. α, πρχ σωστο-θεσία σε κάτι= συναρμολόγηση, εφαρμογή
el ajustado de las piezas de un motor, η συναρμολόγηση των εξαρτημάτων μιας μηχανής
ajustador, ra πρχ σωστο-θέτης σε κάτι
1. ε, ρυθμιστικός, -ή, -ó, un dispositivo ajustador, μια συσκευή ρυθμιστική, ρυθμιστής
2. α θ, για εργάτη, εφαρμοστής, συναρμολογητής
3. τυπ, σελιδοποιητής
ajustador 1. α, δαχτυλίδι
2. ρούχο κορμάκι
ajustamiento πρχ σωστο-θέτημα
1. α, πράξη και αποτέλεσμα του ajustar, ajustarse, ρύθμιση
2. ανάλυση κίνησης λογαριασμού
3. προσαρμογή
desajustar πρχ κάνω να μην έχει σωστή θέση κάτι
1. ρμ, χαλαρώνω ενα κομμάτι, desajustó los tornillos, χαλάρωσε τις βίδες
2. απορρυθμίζω, ξερυθμίζω, Golpear la máquina puede desajustar sus engranajes,
Το να χτυπήσεις τη μηχανή μπορεί να ξερυθμίσει τα γρανάζια της
desajustó el ordenador, απορρύθμισε τον υπολογιστή
3. μτφ, ανατρέπω, χαλάω, esto desajusta, el proceso αυτό χαλάει την διαδικασία
4. οκν, απορρυθμίζω, La crisis económica ha desajustado las cuentas del Estado,
Η οικονομική κρίση έχει απορρυθμίσει τα δημόσια οικονομικά
5. μτφ, απορρυθμίζω, Los constantes cambios en la empresa han desajustado mi rutina,
Οι συνεχείς αλλαγές στην εταιρεία έχουν απορρυθμίσει τη ρουτίνα μου
La falta de sueño ha desajustado mi concentración,
Η έλλειψη ύπνου έχει απορρυθμίσει τη συγκέντρωσή μου
6. ραντ, για ρούχο, ξεχειλώνω, Después de lavar la chaqueta se ha desajustado,
Μετά το πλύσιμο το σακάκι ξεχείλωσε
7. μτφ, χαλάω, se desajustaron las negociaciones, χάλασαν οι διαπραγματεύσεις
8. απορρυθμίζομαι, se me ha desajustado el reloj, μου έχει απορρυθμιστεί το ρολόι
desajuste 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του desajustar, desajustarse, απορρύθμιση,
El cambio de turnos ha generado un desajuste en la productividad,
Η αλλαγή των βαρδιών έχει προκαλέσει μια απορρύθμιση στην παραγωγικότητα
2. απορρύθμιση για συσκευή, κινητήρα, el técnico corrigió el desajuste de los canales,
ο τεχνικός διόρθωσε την απορρύθμιση των καναλιών,
Hay un desajuste en los engranajes que impide que la máquina funcione bien,
Υπάρχει ένας απορρύθμιση στα γρανάζια που εμποδίζει τη σωστή λειτουργία της μηχανής
3. μτφ, απόκλιση για γνώμες
4. οκν, έλλειμμα, El aumento del gasto público ha causado un desajuste en el presupuesto,
Η αύξηση των δημοσίων δαπανών έχει προκαλέσει ένα δημοσιονομικό έλλειμμα
5. τυπ, χρωματική αστάθεια
6. μτφ, ανισορροπία, Hay un desajuste entre las expectativas de la gente y la realidad,
Υπάρχει μια ανισορροπία μεταξύ των προσδοκιών των ανθρώπων και της πραγματικότητας
reajustar πρχ περι-> ξανα θέτω σωστά κάτι
1. ρμ, αναπροσαρμόζω, ρυθμίζω εκ νέου κάτι, es necesario reajustar los presupuestos,
είναι αναγκαίο να αναπροσαρμόσω τους προϋπολογισμούς
La empresa decidió reajustar los sueldos para mejorar la rentabilidad,
Η εταιρεία αποφάσισε να αναπροσαρμόσει τους μισθούς για να βελτιώσει την κερδοφορία El mecánico tuvo que reajustar los frenos para mejorar su rendimiento,
Ο μηχανικός χρειάστηκε να ξαναρυθμίσει τα φρένα για να βελτιώσει την απόδοσή τους
Tras la pandemia, la sociedad tuvo que reajustar sus hábitos de trabajo,
Μετά την πανδημία, η κοινωνία έπρεπε να αναπροσαρμόσει τις συνήθειες εργασίας της
2. ανασχηματίζω κείμενο
3. αναδιαρθρώνω ίδρυμα
reajuste 1. α, αναπροσαρμογή, επαναρύθμιση
2. ανασχηματισμός, αναδιάρθρωση, reajuste de un gobierno,
κυβερνητικός ανασχηματισμός
3. σνθ, reajuste ministerial, κυβερνητικός ανασχηματισμός
juez, jueza πρχ χουες> ισ-χύς= δικαστής
1. α θ, νομ, δικαστής
2. νομ, κριτής
3. μέλος της κριτικής επιτροπής σε διαγωνισμό
4. σνθ, juez árbitro, διαιτητικός δικαστής
juez de alzadas, de apelaciones, de paz, de primera instancia
εφέτης, τακτικός ανακριτής, ειρηνοδίκης, πρωτόδικης,
juez de la magistratura de trabajo, δικαστής του εργατοδικείου
juez de línea, de banda, de portería, de red, de silla,
αθλ κριτής γραμμών, επόπτης, κριτής τέρματος, κριτής του φιλέ, διαιτητής καρέκλας
5. εκφ, el Juez Supremo, θρη, o Υπέρτατος Κριτής
ser juez y parte, είμαι δικαστής και (κατα) μέρος= κρίνω μερο-ληπτικά
juicio πρχ χ-ουισιο> κρίση ή ισ-χυς στην λογική, κριτική, αυτό που έχει ο δικαστής
1. α, νομ, δίκη, εκδίκαση υπόθεσης, απόφαση δικαστή
2. κρίση ατόμου για κάτι
3. σύνεση ατόμου, διάκριση για κάτι
4. κοινή λογική
5. σνθ, juicio civil, penal, νομ, αστική, ποινική δίκη
juicio de Dios, Θεία Δίκη
juicio definitivo, sin apelación οριστική, τελεσίδικη απόφαση
juicio en rebeldía, ερημο-δικία
juicio escrito, oral, γραπτή, προφορική διαδικασία
juicio pericial, πραγματο-γνωμοσύνη
juicio político, πολιτική δίκη
6. εκφ, a juicio de, κατά τη γνώμη, σύμφωνα με την κρίση
a juicio de peritos, σύμφωνα με τους ειδικούς
a mi, tu, su juicio, κατά την γνώμη μου, σου, του
asentar el juicio, σετάρω την κρίση μου= γίνομαι συνετός, φρονιμεύω
el Juicio Final, θρη, η Τελική Κρίση, η Δευτέρα Παρουσία
entablar juicio contra alguien, κινώ δίκη εναντίον κάποιου
estar fuera de juicio, στέκω εκτός της λογικής= παρα-λογίζομαι
perder el juicio, χάνω τα λογικά μου
sacar de juicio, κάνω κάποιον έξω φρενών
sentársele a alguien el juicio, του σετάρεται σε κάποιον η λογική= λογικεύομαι
someter a juicio pericial, υποβάλλω σε πραγματογνωμοσύνη
volver a su juicio, γυρίζει στα λογικά του= συνέρχομαι, ξαναβρίσκω τα λογικά μου
juicioso, sa 1. ε για άτομο, συνετός, -ή, -ó, λογικός, -ή, -ó,
es todavía un niño para ser tan juicioso, είναι ακόμα παιδί για να είναι τόσο συνετός
2. για πράξη, σώφρων, -ων, -ον, acto juicioso
juiciosamente 1. επρ, συνετά, φρόνιμα
ajuiciar 1. ρμ, ρα, πρχ φιάχνω την κρίση σε κάποιον= συνετίζω, φρονιμεύω,
la muerte de su padre lo ajuició, ο θάνατος του πατέρα του τον συνέτισε
2. ρμ, πάω σε κρίση= δικάζω
ajuiciado, da 1. ε, συνετός, -ή, -ó, ώριμος, -η, -o
desjuiciado, da 1. ε, πρχ δεν έχει κρίση= ασύνετος, -η, -ο, αλόγιστος, -η, -o,
ελαφρόμυαλος, -η, -ο
enjuiciar πρχ περνάω απο κρίση
1. ρμ, κρίνω, αποφαίνομαι, no se puede cerrar este asunto sin enjuiciarlo primero,
δεν μπορεί να κλειστεί αυτό το θέμα χωρίς να το κρίνω πρώτα
2. νομ, εκδικάζω, δικάζω, lo enjuiciaron por robo, τον δίκασαν για κλοπή
enjuiciamiento 1. α, κρίση για κάτι
2. νομ, εκδίκαση
3. σνθ, enjuiciamiento civil, criminal, πολιτική δικονομία, ποινική δικονομία
enjuiciable πρχ εν-κρίση ή ισχύς δικαστή
1. ε, υποκείμενος, -η, -o σε δίωξη, σε κρίση
2. νομ, διώξιμος, -η, -ο
enjuiciado, da 1. α θ, νομ, υπόδικος, -η, -o
juzgar πρχ απο juez> ισχύς= δικαστής, ισχύ-άγω, σε δικ-άζω
1. ρμ, δικάζω, lo juzgó el Tribunal Supremo, τον δίκασε το Ανώτατο Δικαστήριο,
este tribunal juzga el caso, αυτό το δικαστήριο κρίνει την υπόθεση
2. θεωρώ, κρίνω κάποιον, κάτι, no juzgo a nadie, δεν κρίνω κανέναν
te había juzgado mal, σε είχα κρίνει άσχημα
3. εκφ, a juzgar por, κρίνοντας από, a juzgar por lo que ha dicho, creo que él no lo hizo,
κρίνοντας απο αυτό που έχει πει, πιστεύω πως αυτός δεν το έκανε,
juzgar mal a alguien, κρίνω μελανά> άσχημα κάποιον, κατα-κρίνω
juzgado 1. α, δικαστήριο, han cerrado los juzgados por reforma,
έχουν κλείσει τα δικαστήρια λόγω ανακαίνισης
2. δικαστές, δικαστικό αξίωμα
3. δικαιοδοσία εδάφους, δωσιδικία
4. σνθ, juzgado de guardia, πταισματο-δικείο
juzgado de instrucción, de paz, de primera instancia
ανακριτικό γραφείο, ειρηνο-δικείο, πρωτο-δικείο
juzgado de lo civil, de lo penal, αστικό, ποινικό δικαστήριο
juzgado municipal, δημοτικό δικαστήριο
prejuzgar 1. ρμ, προδικάζω, κρίνω εκ των προτέρων, προκρίνω,
no la prejuzgues, déjala que demuestre lo que es,
μην την κρίνεις εκ των προτέρων, άφησε την να δείξει αυτό που είναι
prejuicio 1. α, προκατάληψη, πρόκριση για κάτι,
prejuicios sociales, raciales, κοινωνικές, φυλετικές προκαταλήψεις
2. εκφ, cargado de prejuicios, καργαρισμένο= γεμάτος προκαταλήψεις
tener prejuicios, έχω προκαταλήψεις, είμαι προκατειλημμένος
tiene prejuicios contra los negros, έχει προκαταλήψεις ενάντια στους νέγρους
judicial 1. ε, νομ, πρχ ισ-χυ-δίκαιο= δικαστικός, -ή, -ó, liquidación judicial,
δικαστική εκκαθάριση
judicatura 1. θ, νομ, δικαστικό σώμα
2. δικαστικό αξίωμα
3. χρόνος ασκήσεως δικαστικής εξουσίας
judicialista 1. ε, δικαστικός, -ή, -ό
judicializar 1. ρμ, πάω στα δικαστήρια υπόθεση που μπορούσε να λυθεί αλλιώς
judicialización 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του judicializar
judicialmente 1. επρ, δικαστικά, δικαστικώς
judiciario πρχ ισχύο-δίκ-ειο
1. ε, αστρολογικός, -ή, -ό, επειδή δείχνει την ισχύ των άστρων
2. θ, αστρολογία
3. α, αστρολόγος, μάγος
extrajudicial 1. ε, νομ, εξωδικαστικός, -ή, -ó, εξώδικος, -η, -o
acuerdo extrajudicial, εξώδικη συμφωνία
extrajudicialmente 1. επρ, νομ, εξωδικαστικώς, εξωδίκως
prejudicial 1. ε, νομ, προδικαστικός, -ή, -ό
sub júdice 1. ε, νομ, σύμφωνος, -η, -ο με δικαστική απόφαση
adjudicar πρχ επι-δικάζω> δίνω την ισχύ σε κάποιον
1. ρμ, εκχωρώ, me adjudicó el coche, μου εκχώρησε το αμάξι
2. ραντ, ιδιοποιούμαι, οικειοποιούμαι, se adjudica los éxitos ajenos,
ιδιοποιείται τις ξένες επιτυχίες
3. λαμβάνω, κερδίζω, κατακτώ με ισχύ κάτι, el equipo se adjudicó la medalla de oro,
η ομάδα κέρδισε το χρυσό μετάλλιο
adjudicación 1. θ, εκχώρηση, χορήγηση πράγματος σε κάποιον,
la adjudicación de las becas, η χορήγηση των υποτροφιών
2. ιδιοποίηση, οικειοποίηση
adjudicador, ra 1. ε, ενεργών, -ούσα, -όν την κατακύρωση,
αναθέτων, -ουσα, -ον, αναθέτουσα αρχή,
adjudicatario, a 1. α θ, τελικός πλειοδότης, μειοδότης σε δημοπρασία
φορέας στον οποίο ανατίθεται ένα έργο ή μία σύμβαση
adjudicativo, va 1. ε, εκχωρητικός, -ή, -ό, κατακυρωτικός, -ή, -ό
perjuicio πρχ παρ-ίσχυση σε κάτι= βλάβη, ζημιά
1. α, βλάβη, ζημιά υλική, σωματική, la sequía ha causado serios perjuicios a la agricultura,
η ξηρασία έχει προκαλέσει σοβαρές ζημιές στην αγροκαλλιέργεια
2. ηθική βλάβη, una indemnización por daños y perjuicios,
μια αποζημίωση για ηθικές βλάβες και ζημίες
3. εκφ, en perjuicio de algo, alguien, εις βάρος κάποιου
redundar en perjuicio de algo, alguien, αποβαίνω εις βάρος κάποιου
sin perjuicio de, χωρίς να θιγεί, χωρίς να επηρεάζει, εμποδίζει,
haremos lo que digas, sin perjuicio de la legalidad,
θα κάνουμε ό, τι πεις, χωρίς να θίγει την νομιμότητα
perjudicar πρχ παρ-ισχύω κάποιον ή παρα-δικαιώνω> αφαιρώ δίκαιο
1. ρμ, πλήττω, ζημιώνω ηθικά, αδικώ, su actitud perjudicó la negociación,
η στάση του ζημίωσε την διαπραγμάτευση
el árbitro perjudicó al equipo local, o διαιτητής αδίκησε την τοπική ομάδα
esa actitud te perjudica, αυτή η στάση σε αδικεί, βλάπτει
2. βλάπτω σωματικά, el tabaco perjudica la salud, o καπνός βλάπτει την υγεία
perjudicial
1. ε, βλαβερός, -ή, -ό, βλαπτικός, -ή, -ό, που ζημιώνει,
el exceso de beber alcohol es perjudicial para la salud,
η υπερβολική πόση αλκοόλ είναι βλαβερή για την υγεία
perjudicado, da 1. ε, για άτομο, βλαπτόμενος, -η, -ο,
los ciudadanos son los más perjudicados, οι πολίτες είναι οι περισσότερο βλαπτόμενοι
2. για πράγμα, καταστραφείς, -είσα, -έν
3. νομ, ζημιωθείς, -είσα, -έν la parle perjudicada, η ζημιωθείσα πλευρά
4. α θ, νομ, θύμα, ζημιωθείς, -σα