JUNCO

JUNCO= ΠΡΧ ΓΙΟΥΝΚΟΣ, ΒΟΥΡΛΟ, ΚΑΛΑΜΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

junco 1. α, βοτ, γιούνκο, γιούγκος, βούρλο, καλαμιά

2. ναυ, πλεούμενο από μπαμπού= πρχ τζόγκα

3. σνθ, junco de Indias, καναντίδι, καλαμιά ράταν

junquera 1. θ, πρχ γιουνκέρα= φυτό βούρλο

2. γιουνκο-μερος= βουρλό-τοπος

junqueral 1. α, βουρλότοπος

junquillo 1. α, βοτ, φυτό νάρκισσος

2. ινδικό καλάμι, ροτέν, una esterilla de junquillo, μια ψάθα από ροτέν

3. πηχάκι πομπέ

4. μτφ, ραβδί για στήριξη στο περπάτημα

5. ατκ, μτφ, ράβδωση

juncácea 1. θ, βοτ, πρχ γιουγκίδα

juncal 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με γιούνκο, βούρλο, καλάμι, una zona juncal,

μια περιοχή με βούρλα

2. μτφ, σαν γιούνκος, σβέλτος, -η, -ο, λυγερός, -ή, -ó, αεράτος, -η, -ο στις κινήσεις του,

presume de guapo y juncal, καμαρώνει για όμορφος και αεράτος

3. α, βουρλότοπος

juncar 1. α, βουρλότοπος

juncia 1. θ, βοτ, κύπερη

juncial 1. α, βοτ, μέρος διάσπαρτος με κύπερη, καλαμιώνας

yonqui 1. α θ, οικ, μτφ, τζάνκι, πρεζόνι, σαν γιούνκος μηδαμινής αξίας

Scroll to Top