JERINGA= ΠΡΧ ΧΕΡΙΝΓΚΑ> ΣΥΡΙΓΓΑ, ΕΝΕΣΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
jeringa 1. θ, σύριγγα
2. σνθ, jeringa hipodérmica, υποδερμική σύριγγα
jeringar 1. ρμ, συριγγιάζω κάποιον με υγρό, κάνω ένεση
2. κάνω κλύσμα
3. οικ, μτφ, συριγγιάζω κάποιον= ενοχλώ, σαν να τον τσιμπώ, τη σπάω,
me jeringa que me despierten a media noche, μου τη σπάει να με ξυπνούν τα μεσάνυχτα
4. οικ, μτφ, χαλάω, la lluvia jeringó el viaje, η βροχή χάλασε το ταξίδι
5. ραντ, μτφ, ενοχλούμαι απο κάτι
6. ραντ, χαλάει, el viaje se jeringó a última hora, το ταξίδι χάλασε τελευταία στιγμή
jeringazo 1. α, εκτόξευση υγρού από σύριγγα
jeringuilla 1. θ, σύριγγα
2. σνθ, jeringuilla hipodérmica, υποδερμική σύριγγα
siringa 1. θ, μσκ, σύριγγα
descuajaringar, descuajeringar 1. ρμ, μτφ ξε-συριγγιάζω κάτι, σαν υγρό που βγαίνει=
σπάω, κομματιάζω
2. ραντ, κομματιάζομαι, ξεχαρβαλώνομαι
3. μτφ, λύνομαι, ψοφάω στα γέλια