JARRA= ΠΡΧ ΧΑΡΑ> ΚΑΡΑ-ΦΑ, ΚΑΝΑΤΑ, ΠΡΧ ΣΑΝ ΚΕΡΑΣ Η ΚΑΡΑΦΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
jarra 1. θ, πρχ χαρα> καρά-φα, καραφάκι για σερβίρισμα, una jarra de vino,
μια καράφα κρασί
2. μεγάλο ποτήρι, una jarra de cerveza, ένα μεγάλο ποτήρι μπίρας
3. κανάτα πήλινη, πλαστική, γυάλινη, μεταλλική, jarra de agua,
μια κανάτα νερό
ή ποσότητα κανάτας, καράφα, se bebió una jarra de vino, ήπιε μια κανάτα κρασί
4. ιστ, τάγμα ιπποτών βασιλείου τη Αραγονίας με έμβλημα μια κανάτα
5. εκφ, de, en jarras, μτφ, στάση σώματος σαν κανάτα, με τα χέρια στη μέση
jarrear 1. ρα, οικ, μτφ, βρέχει με το κανάτι, βρέχει καρέκλες,
Jarreaba y hacía frío, Έριχνε καρέκλες και έκανε κρύο
2. τραβάω υγρό με κανάτα
3. ρίχνω κανατιές
jarro 1. α, κανάτα, un jarro de vidrio, μια γυάλινη κανάτα
2. καράφα, καραφάκι για σερβίρισμα, ¿me puede traer un jarro de agua, por favor?
θα μπορούσατε να μου φέρετε μια καράφα νερό, σας παρακαλώ;
3. πρχ οινοχόη μεταλλική, un jarro de aluminio, μια αλουμινένια οινοχόη
4. εκφ, echar un jarro de agua fría, οικ, μτφ, ρίχνω μια κανάτα νερό σε κάποιον=
προκαλώ σε κάποιον ψυχρο-λουσία
ser, sentar como un jarro de agua fría, οικ, μτφ, παθαίνω ψυχρολουσία
llover a jarros, οικ, μτφ, βρέχει με το κανάτι
jarrazo 1. α, κανατιά, χτύπημα με κανάτα, καράφα
jarrero, ra 1. α θ, κανατά-ρης> που φτιάχνει, πουλάει κανάτες
2. κεραμοποιός, κεραμίστας, κεραμίστρια
jarrón 1. α, μτφ, μεγάλη κανάτα= ανθοδοχείο, βάζο, las rosas están en el jarrón,
τα τριαντάφυλλα είναι στο ανθοδοχείο
un jarrón de China, ένα βάζο από την Κίνα
2. ατκ, διακοσμητικό ανθοδοχείο