JARDÍN=ΠΡΧ ΧΑΡΝΤΙΝ> ΧΟΡΤΟΝ, ΠΡΧ ΓΑΡΔΕΝΙΑ> ΚΗΠΟΣ, ΖΑΡΝΤΙΝΙΕΡΑ= ΚΗΠΟΣ,
ΠΡΧ ΚΟΡΤΕ, ΦΛΕΡΤ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gardenia 1. θ, βοτ, γαρδένια
jardín πρχ γαρδένια> κήπος, πρχ ζαρντινιερα>κήπος
1. α, κήπος με φυτά, Mi sueño es vivir en una casa con un jardín grande,
Το όνειρό μου είναι να ζήσω σε ένα σπίτι με μεγάλο κήπο
2. ναυ, μτφ, αποχωρητήριο
3. σνθ, jardín botánico, βοτανικός κήπος
jardín colgante, κρεμαστός κήπος
jardín de infancia, παιδικός σταθμός
jardín del Edén, o κήπος της Εδέμ
jardín escalonado, κήπος σε αναβαθμίδες
jardín zoológico, ζωολογικός κήπος
jardinera 1. θ, ζαρντινιέρα
2. βαγόνι τρόλεϊ ανοιχτό για καλοκαίρι, σαν ζαρντινιέρα
3. εκφ, a la jardinera, μαγ, του κηπουρού
jardinería 1. θ, κηπουρική, κηπευτική
jardinero, ra 1. α θ, κηπουρός, περιβολάρης, -ισσα
ajardinar 1. ρμ, μετατρέπω ένα χώρο σε κήπο
ajardinado 1. α, μετατροπή χώρου σε κήπο
2. χώρος πρασίνου
ajardinamiento 1. α, μετατροπή χώρου σε κήπο
ajardinado, da 1. ε, που έχει μετατραπεί σε κήπο, zonas ajardinadas, χώροι πρασίνου
huerto πρχ χ-όρτο> κήπος
1. α, μποστάνι, περιβολάκι για λαχανικά, huerto de hortalizas
Plantamos lechugas en nuestro huerto, Φυτεύσαμε μαρούλια στο μποστάνι μας
2. δεντρο-περίβολο, για δέντρα καρποφόρα, huerto de árboles frutales
3. εκφ, el huerto de los Olivos, o κήπος των Ελαιών
llevarse a alguien al huerto, οικ, μτφ πηγαίνω κάποιον στα χόρτα= εξαπατώ κάποιον
ή πλαγιάζω με κάποιον (στα χόρτα)
huertano, na 1. ε, α θ, για περιοχή με χόρτα= αρδευόμενη περιοχή,
κάτοικος αρδευόμενης περιοχής
huerta πρχ χ-όρτα= κήπος
1. θ, λαχανό-κηπος, περιβόλι, los productos de la huerta, τα κηπευτικά προϊόντα
2. οπωρώνας, δεντρό-κηπος
3. δεντρο-περίβολο
4. αρδευόμενη περιοχή καλλιεργειών
hortaliza 1. θ, λαχανικό
hortelano, na 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με λαχανό-κηπο, λαχανοκηπικός, -ή, -ό,
una región hortelana, μια περιοχή με λαχανόκηπους
2. α θ, παραγωγός, καλλιεργητής, -ια κηπευτικών, περιβολάρης, -ισσα
hortelano 1. α, ορν, σιταρήθρα
hortense 1. ε, κηπευτικός, -ή, -ó, el cultivo hortense del maíz,
η κηπευτική καλλιέργεια αραβοσίτου
hortensia 1. θ, βοτ, ορτανσία
hortera 1. ε, α θ, οικ, μτφ, χ-ορτ-αρης> του χόρτου ή χωριού= κακόγουστος, -η, -o,
βλάχος, -α, κιτς, La novia llevaba un vestido de boda que no podía ser más hortera,
Η νύφη φορούσε ένα νυφικό που δεν θα μπορούσε να είναι πιο κιτς
2. θ, ξύλινη γαβάθα, σαν χορτιέρα
horterada 1. θ, πρχ χορταριά ή χωρατάδα= μτφ, πράξη ή πράγμα κακόγουστο, μπανάλ, κιτσαριά, la fiesta fue una horterada, η γιορτή ήταν μια κιτσαριά
hortícola 1. ε, πρχ χορτο-καλλιεργητικό= φυτο-κομικός, -ή, -ό, κηπευτικός, -ή, -ό
horticultor, ra 1. α θ, καλλιεργητής, -ια κηπευτικών
horticultura 1. θ, κηπουρική, φυτο-κομία, κηπευτική
hortofrutícola 1. ε, πρχ χορτο-καρπο-καλλιεργητικό= οπωρο-κηπευτικός, -ή, -ό
hortofruticultura 1. θ, καλλιέργεια οπωρο-κηπευτικών
cohorte πρχ συ-χορτο= περι-κηπος> σύνολο από κάτι
1. θ, σύνολο από άτομα, πράγματα, συνοδεία, ακολουθία, περίγυρος, κύκλος,
el cohorte del presidente, ο περίγυρος του προέδρου
2. σειρά από κάτι, cohorte de males, σειρά από κακά
3. α, αρχ, κο-όρτη COI ( Comité Olímpico Internacional)
ΔΟΕ (Διεθνής Ολυμπιακό] Επιτροπή)
corte πρχ κ-ορτε> χόρτο> κήπος> αυλή
1. θ, αυλή του βασιλιά, ακόλουθοι, θαυμαστές, σαν αυλικοί κάποιου,
la corte del rey, η αυλή του βασιλιά
el actor tiene una corte de admiradoras, ο ηθοποιός έχει μια αυλή από θαυμάστριες
2. κόρτε σε γυναίκα, φλερτ, hacer la corte, κάνω κόρτε
3. σνθ, corte celestial, Ουρανός, Παράδεισος
cortejar 1. ρμ, κυρ, μτφ κορτάρω, φλερτάρω, ερωτο-τροπώ προς μια γυναίκα, σαν αυλικός,
Tras la muerte de su esposo, muchos hombres llegaban a cortejar a la viuda adinerada,
Μετά τον θάνατο του συζύγου της, πολλοί άντρες ερχόντουσαν να κορτάρουν την πλούσια χήρα
2. φέρομαι σαν αυλικός σε κάποιον, λέγοντας ό, τι του αρέσει, κολακεύω, καλοπιάνω,
Está viajando a Washington a cortejar al nuevo presidente, porque quiere tenerlo de su lado
Ταξιδεύει στην Ουάσινγκτον για να καλοπιάσει τον νέο πρόεδρο, επειδή θέλει να τον έχει με το μέρος του
cortejo 1. α, συνοδεία, πομπή, ακολουθία κάποιου, σαν αυλή ατόμων
un cortejo de admiradores, ένα πλήθος θαυμαστών,
La viuda de Mario y su hijo guiaban el cortejo fúnebre hacia el cementerio,
Η χήρα του Μάριου και ο γιος του οδήγησαν την νεκρώσιμη πομπή στο νεκροταφείο
2. κόρτε, φλερτ Los dandis dominan el arte del cortejo y la seducción,
Οι Ντάντι κυριαρχούν στην τέχνη του φλερτ και της αποπλάνησης
3. σνθ, cortejo fúnebre, nupcial, real νεκρώσιμη, γαμήλια, βασιλική ακολουθία
Cortes 1. ονο, Ισπανικό Κοινοβούλιο, σαν αυλή παλιά του βασιλιά
2. ιστ, αντιπροσωπευτικό σώμα των Γενικών Τάξεων (κλήρος, αριστοκράτες, αστοί)
3. εκφ, las Cortes Constituyentes, ιστ, Συντακτική Συνέλευση
las Cortes (Generales), η Βουλή
cortés 1. ε, ευγενικός, -ή, -ό, σαν από αυλή βασιλιά,
Se dirigió a nosotros de forma muy cortés, Μας απευθύνθηκε με πολύ ευγενικό τρόπο
2. εκφ, lo cortés no quita lo valiente, το ευγενικό δεν κόπτει το θαρραλέο=
η ευγένεια δεν είναι αδυναμία
cortesana 1. θ, μτφ, πόρνη, εταίρα, σαν αυλική γυναίκα
cortesano, na 1. ε, αυλικός, -ή, -ó, Las novelas históricas eran populares en los círculos cortesanos, Τα ιστορικά μυθιστορήματα ήταν δημοφιλή στους αυλικούς κύκλους
2. για τρόπους, ευγενικός, -ή, -ó, no tienen modales cortesanos,
δεν έχουν ευγενικούς τρόπους
3. α θ, αυλικός, ευγενής, για άτομο της αυλής
cortesía 1. θ, σύνολο πράξεων, εκφράσεων ευγενικές ατόμου, ευγένεια ατόμου,
siempre tarata a los demás con cortesía, πάντα τρατάρει τους άλλους με ευγένεια
2. χρόνος παράτασης σε κάτι σαν ευγένεια,
les otorgamos diez minutos de cortesía porque no están todos aquí,
σας δίνουμε 10 λεπτά παράταση γιατί δεν είναι όλοι εδώ
3. τίτλος προσφώνησης προς κάποιον, recibe la cortesía de señoría,
λαμβάνει την προσφώνηση της Αυτού Εξοχότητας
4. δώρο σαν δείγμα ευγένειας, προσφορά, el aperitivo es cortesía de la casa,
το απεριτίφ είναι προσφορά του μαγαζιού
Este lindo ramo de flores fue cortesía de mis vecinos,
Αυτό το υπέροχο μπουκέτο λουλούδια ήταν ευγενική προσφορά των γειτόνων μου
5. κάτι που λαμβάνω δωρεάν, Conseguimos entradas de cortesía para ver el partido,
Πήραμε δωρεάν εισιτήρια για να δούμε τον αγώνα
6. εμπ, περίοδος χάριτος
7. έκφραση ευγενική, "Atentamente" es una cortesía que se emplea al final de las cartas,
«Με εκτίμηση» είναι μια ευγενική φράση που χρησιμοποιείται στο τέλος των γραμμάτων
ή φράση ευγενείας σε γράμμα, No olvides terminar la carta con una cortesía,
Μην ξεχάσεις να τελειώσεις την επιστολή με μια ευγενική φράση
8. εκφ, rivalizar en cortesía, συναγωνίζομαι σε ευγένεια
tener la cortesía de έχω την ευγένεια tuvo la cortesía de invitarme
είχε την ευγένεια να με καλέσει
cortésmente 1. επρ, ευγενικά, με ευγένεια
descortés 1. ε, πρχ εκτός αυλής = αγενής, -ής, -ές, άκομψος, -η, -o,
fue muy descortés por su parte no invitarnos,
ήταν άκομψο εκ μέρους του να μην μας καλέσει
descortesía 1. θ, αγένεια
descortésmente 1. επρ, με αγένεια, αγενώς
cortijo πρχ χορτικό> σύνολο κήπων
1. α, αγροικία των περιοχών της Ανδαλουσίας και Εστρεμαδούρας
cortijada 1. θ, σύνολο οικημάτων μιας αγροικίας
2. συγκρότημα αγροικιών
cortijero, ra 1. α θ, ιδιοκτήτης, -ια αγροικίας
2. επιστάτης, -ια αγροικίας
cortinal 1. α, λαχανό-κηπος, περιβόλι
cortina 1. θ, κουρτίνα, Pedimos cortinas nuevas para la sala,
Παραγγείλαμε καινούργιες κουρτίνες για το σαλόνι
2. μτφ, κουρτίνα από νερό, καπνό, cortina de agua, humo, παραπέτασμα καπνού,
la lluvia formaba una cortina, η βροχή σχημάτιζε μια κουρτίνα (νερού)
3. εκφ, correr la cortina, τρέχω την κουρτίνα= αποκαλύπτω, ρίχνω φως σε κάτι,
gracias por correr la cortina e iluminar el camino para que entre todos cambiemos las cosas,
ευχαριστώ που ρίξατε φως και φωτίσατε τον δρόμο ώστε μαζί να μπορέσουμε να αλλάξουμε τα πράγματα
ή αποσιωπώ ή κρύβω κάτι, σαν να τραβώ κουρτίνα,
corrió la cortina hábilmente para acallar la polémica,
αποσιώπησε επιδέξια για να σβήσει τη διαμάχη
descorrer la cortina, αποκαλύπτω, ρίχνω φως
dormir a cortinas verdes, κοιμάμαι σε κουρτίνες πράσινες> κοιμάμαι στο χορτάρι, ύπαιθρο,
durmieron a cortinas verdes en el monte,
κοιμήθηκαν στο χορτάρι στο βουνό
lo de detrás de la cortina, αυτό που συμβαίνει πίσω από την κουρτίνα, παρασκήνιο
la Cortina de Hierro, ιστ, το Σιδηρούν Παραπέτασμα
cortinado 1. α, κουρτινάτο = κουρτίνες
cortinilla 1. θ, κουρτιν-άκι