JANSENISMO= ΠΡΧ ΧΑΝΣΕΝΙΣΜΟΣ
jansenismo 1. α, χανσενισμός, δόγμα σχετικό με την επίδραση της Θείας Χάριτος
jansenista 1. ε, α θ, χανσενιστικός, -ή, -ό, χανσενιστής, -ια, οπαδός χανσενισμού
JANSENISMO= ΠΡΧ ΧΑΝΣΕΝΙΣΜΟΣ
jansenismo 1. α, χανσενισμός, δόγμα σχετικό με την επίδραση της Θείας Χάριτος
jansenista 1. ε, α θ, χανσενιστικός, -ή, -ό, χανσενιστής, -ια, οπαδός χανσενισμού