JABÓN= ΠΡΧ ΣΑΠΟΥΝΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
jabón πρχ σ-απούνι
1. α, σαπούνι για πλύσιμο, lávate las manos con agua y jabón,
πλύνε τα χέρια σου με νερό και σαπούνι
2. σνθ, jabón de afeitar, de tocador, σαπούνι ξυρίσματος, σαπούνι τουαλέτας
jabón antiséptico, σαπούνι αντισηπτικό
jabón de Marsella, σαπούνι Μασσαλίας
jabón de piedra, σκληρό σαπούνι
jabón de sastre, κιμωλία ράπτη
jabón en escamas, en polvo τριμμένο σαπούνι, σε σκόνη
3. εκφ, dar jabón a alguien, οικ, μτφ, δίνω σαπούνι σε κάποιον= κολακεύω, καλοπιάνω
le daba jabón al jefe para conseguir un aumento de sueldo,
κολάκευε τον διευθυντή για να πετύχει αύξηση μισθού
dar un jabón a alguien, οικ, μτφ, κατσαδιάζω, τα ψέλνω σε κάποιον
su padre le dio un jabón por llegar tarde a casa,
ο πατέρας του τον κατσάδιασε που έφτασε αργά στο σπίτι
jabonar πρχ σαπουνίζω
1. ρμ, σαπουνίζω, ¿me puedes jabonar la cabeza?
μπορείς να μου σαπουνίσεις το κεφάλι;
2. οικ, μτφ, σαπουνίζω με λόγια= μαλώνω, κατσαδιάζω, επιπλήττω,
¡le voy a jabonar bien! θα του ρίξω ένα γερό κατσάδιασμα!
3. ραντ, σαπουνίζομαι
enjabonar 1. jabonar
enjabonado 1. α, σαπούνισμα
2. πράξη και αποτέλεσμα του enjabonar
enjabonadura 1. θ, σαπούνισμα
2. σαπουνάδα
jabonada 1. θ, σαπούνισμα
2. εκφ, darle una jabonada a algo, πλένω κάτι με σαπούνι
jabonado 1. α, σαπούνισμα
2. σαπουνάδα
3. μτφ, σύνολο ασπρορούχων που είναι για σαπούνισμα, μπουγάδα
jaboncillo 1. α, μτφ, κιμωλία ράπτη
2. μοσχοσάπουνο
3. βοτ, σαπουνόδεντρο
jabonera 1. θ, σαπουνοθήκη σε νιπτήρα
2. κουτί για σαπούνι
3. βοτ, σαπωνόφυτο το φαρμακευτικό
jabonero, ra 1. ε, σαπουνιστικός, -ή, -ό
2. μτφ, ταύρος με άσπρο δέρμα που από την βρωμιά τείνει προς το κιτρινωπό
3. α θ, σαπωνοποιός
4. πωλητής, -ια σαπουνιού
jaboneta 1. θ, πλάκα αρωματισμένου σαπουνιού, μοσχοσάπουνο
jabonete 1. α, μοσχοσάπουνο
jabonoso, sa 1. ε, σαπωνοειδής, -ής, -ές
sebo πρχ σαπού-νι
1. α, μτφ, ζωικό λίπος, σαν σαπούνι
2. στέαρ, ξύγκι για σαπούνι, κερί, sebo para jabón, velas
3. οικ, μτφ, πάχος, λίπος, ese chico es una bola de sebo,
αυτό το παιδί είναι σαν μια μπάλα από λίπος
4. ανα, σμήγμα
ensebar 1. ρμ, αλείφω με λίπος
seboso, sa πρχ σαπου-νώδης
1. ε, μτφ, λιπαρός, -ή, -ó
2. μτφ, λιγδιάρης, -α, -ικο, λιγδωμένος, -η, -ο
3. οικ, μτφ, χοντρός, -ή, -ό, με πολύ λίπος
4. ανα, λιπαρός, -ή, -ό
saboneta 1. θ, ρολόι τσέπης (με κάλυμμα), σαν σαπουνιέρα
sebáceo, a 1. ε, ανα, σμηγματογώνος, -ος, -o
seborrea 1. θ, ιατ, σμηγματόρροια
sapindácea 1. θ, βοτ, σαπινδίδα