IZQUIERDA= ΠΡΧ ΙΣ-ΚΙΕΡΔΑ> ΕΙΣ ΚΑΡΔΙΑ> ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΠΡΧ ΚΥΡΤΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
izquierda πρχ εις-καρδιά= αριστερά
1. θ, πολ, αριστερά ιδεολογία
2. αριστερή πλευρά, está sentado a mi izquierda, κάθεται στα αριστερά μου
3. αριστερή λωρίδα, la izquierda está reservada a los vehículos rápidos,
η αριστερή λωρίδα είναι ταχείας κυκλοφορίας
4. αριστερό χέρι, escribir con la izquierda, γράφω με το αριστερό
5. αριστερό πόδι
6. αριστερά σε χώρο, es la tercera calle a la izquierda, είναι ο τρίτος δρόμος στα αριστερά
7. διαμέρισμα, πόρτα αριστερής πλευράς, viven en el segundo izquierda,
μένουν στο δεύτερο αριστερά
8. εκφ, la extrema izquierda, πολ, άκρα Αριστερά
izquierdas 1. θ πλ, Αριστερά, ser de izquierdas, είμαι αριστερός
un partido de izquierdas, ένα αριστερό κόμμα, ένα κόμμα της Αριστερός
izquierdismo 1. α, πολ, αριστερισμός
izquierdista 1. ε, αριστερίζων, -ουσα, -ον
2. α θ, αριστεριστής, αριστερίστρια
izquierdización 1. θ, πολ, αριστερή στροφή
izquierdoso, sa 1. ε, α θ, αριστερίζων, -ουσα, -ον, αριστεριστής, αριστερίστρια
ultraizquierda 1. θ, πολ, ακρο-αριστερά
ultraizquierdismo 1. α, πολ, ακροαριστερή ιδεολογία
ultraizquierdista 1. ε, α θ, πολ, ακρο-αριστερός, -ή, -ó
izquierda 1. επφ, στρ, επ’ αριστερά
izquierdear 1. ρα, πρχ σκέφτομαι με την καρδιά, παραλογίζομαι,
deja de izquierdear y piensa de manera lógica,
σταμάτα να παραλογίζεσαι και σκέψου με τρόπο λογικό
izquierdo, da 1. ε, για μέλος σώματος, αριστερός, -ή, -ó, Mano izquierda, χέρι αριστερό
2. που βρίσκεται στα αριστερά, αριστερός, -ή, -ó, el lado izquierdo del coche,
η αριστερή πλευρά του αμαξιού
3. για άλογο, caballo, πρχ ιθ-κιερδο> κυρτό πόδι= στραβοπόδης, -α, -ικο
4. πρχ πρχ ιθκιερδο> κυρτός, -ή, -ό, στραβός, -ή, -ό στο σχήμα του
zurda 1. θ, πρχ ζουρδα> ζερβα> αριστερό χέρι
zurdazo 1. α, αθλ, σουτ με μπάλα με το αριστερό πόδι
2. αριστερό χτύπημα στο μποξ
zurdo, da 1. ε, για άτομο, χρήστης αριστερού ποδιού ή χεριού
2. για χέρι, πόδι, αριστερός, -ή, -ό, ese jugador maneja muy bien la zurda,
αυτός ο παίκτης χειρίζεται πολύ καλά το αριστερό
3. α θ, αριστερόχειρας
4. εκφ, no ser zurdo, οικ, μτφ, δεν είμαι κουλός
a zurdas, με το αριστερό χέρι, siempre golpea a zurdas, πάντα χτυπά με το αριστερό
ή μτφ, ανάποδα απ’ ότι έπρεπε να γίνει, siempre lo hace todo a zurdas,
πάντα το κάνει όλα ανάποδα
enzurdecer 1. ρα, γίνομαι αριστερόχειρας
zocato, ta 1. ε, οικ, ζερβοχέρης, -α, -ικο
2. α θ, ζερβός, ζερβο-χέρης, ζερβο-χέρα
3. θ, πόδι ή χέρι αριστερό
zoco, ca 1. ε, α θ, αριστερός, -ή, -ó, αριστερό-χειρας
zoquete 1. α, οικ, μτφ, μτθ τσο-κε-τε> στό-κος, τσό-καρο στο μυαλό, χοντρο-κέφαλος, κούτσουρο
2. πρχ σαν τσόκαρο= σανίδα ξύλινη, κομμάτι ξύλο
3. μτφ, χοντρή φέτα ψωμιού