ISQUION

ISQUION= ΠΡΧ ΙΣΧΙΟ, ΙΣΧΙΑΚΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

isquion 1. α, ανα, ισχίο

isquiático, ca 1. ε, ανα, ισχιακός, -ή, -ó

isquiopubíano, na 1. ε, ανα, ισχιοηβικός, -ή, -ó

isquiotibial 1. ε, ανα, ιγνυακός, -ή, -ó

2. α, ανα, ιγνυακός μυς

ciático 1. α, ιατ, πρχ ισχιακό νεύρο, dolor de ciático, πόνος στο ισχιακό νεύρο

ciático, ca 1. ε, ιατ, ισχιαλγικός, -ή, -ó, ισχιακός, -ή, -ó,

nervio, dolor ciático, ισχιακό νεύρο, πόνος ισχιαλγικός

ciática 1. θ, ιατ, ισχιαλγία, un ataque de ciática, μια κρίση ισχιαλγίας

ciar πρχ κινούμαι προς το ισχίο> μτφ πάω προς τα πίσω

1. ρα, κάνω όπισθεν, ciaron para salir de aquel estrecho callejón sin salida,

έκαναν όπισθεν για να βγουν από εκείνο το στενό αδιέξοδο δρομάκι

2. ναυ, τραβάω, κάνω κουπί προς τα πίσω, ciaron para evitar un choque frontal,

έκαναν κουπί προς τα πίσω για να αποφύγουν μια μετωπική σύγκρουση

3. μτφ, ciar en, κάνω πίσω σε κάτι, εγκαταλείπω, ció en el negocio de automóviles,

εγκατέλειψε την επιχείρηση αυτοκινήτων

Scroll to Top