ISMAELITA= ΠΡΧ ΙΣΜΑΗΛΙΤΗΣ, ΠΡΧ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Ismael 1. ονο, θρη, Ισμαήλ
ismaelita 1. ε, θρη, Ισμαηλιτικός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ó με Ισμαηλίτες, Ισραηλίτης
alauí, alauita 1. ε, Αλεβιτικός, -ή, -ό, που αναφέρεται στους Αλεβίτες
alauita 1. α θ, Αλεβίτης, Αλεβής
aleluya 1. α θ, αλληλούια
2. θ, δίστιχο ομοιοκατάληκτο, συνήθως εκλαϊκευμένο
En un rincón del bar, había alguien recitando aleluyas satíricas
Σε μια γωνιά του μπαρ, υπήρχε κάποιος που απήγγειλε σατιρικά δίστιχα
3. τυπωμένες μικρές εικόνες θρησκευτικού περιεχομένου
4. φυτό ξυνίθρα
5. μτφ, χαρά, Hoy es día de aleluya, σήμερα είναι ημέρα χαρά θεού
6. επφ, θρη, αλληλούια
7. εκφράζει χαρά, έξοχα, Sonó el timbre. – ¡Aleluya! Ya era hora de que llegara la pizza,
Το κουδούνι χτύπησε. – Αλληλούια! Ήταν η ώρα να φτάσει η πίτσα
Gabriel 1. ονο, Γαβριήλ
2. εκφ, san Gabriel, o Αρχάγγελος Γαβριήλ
gabrieles 1. α πλ, μτθ ρεβίθια
lelilí 1. α, πολεμική ιαχή των Μαυριτανών
Miguel 1. ονο, Μιχαήλ
2. εκφ, el arcángel san Miguel, o Αρχάγγελος Μιχαήλ
prerrafaelismo 1. α, τεχ, προ-ραφαηλιτισμός
prerrafaelista, prerrafaelita 1. ε, α, προραφαηλιτικός, -ή, -ó, προραφαηλίτης
manuelino, na 1. ε, τεχ, για αρχιτεκτονικό, κυρίως, ρυθμό στην Πορτογαλία κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Εμμανουήλ του Α’ (1469-1521)
Manuel 1. ονο, Εμμανουήλ, Μανώλης
manolo, la 1. α θ, μτφ, άτομο των λαϊκών τάξεων της Μαδρίτης
manolesco, ca 1. ε, ίδιον άντρα, γυναίκας από τις λαϊκές γειτονιές της Μαδρίτης
manoletina 1. θ, ταυ, κίνηση του Μανολέτε, οπου ο ταυρομάχος κρατά το ξίφος πισώπλατα
manuela 1. θ, ανοιχτό μόνιππο προς ενοικίαση στη Μαδρίτη