HOYO

HOYO= ΠΡΧ ΟΓΙΟ> ΑΝ-ΟΙΓΩ= ΤΡΥΠΑ, ΠΡΧ ΟΓΙΟ> ΓΟΥ-ΒΑ, ΠΡΧ ΟΓΙΟ> Λ-ΑΚΚΟΣ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

hoyo 1. α, τρύπα, Hay un hoyo en mis jeans nuevos,

Υπάρχει μια τρύπα στο καινούριο μου τζιν

El perro hizo un hoyo en el jardín, Ο σκύλος έκανε μια τρύπα στον κήπο

2. τρύπα γκολφ, hoyo de golf

3. λακκάκι σε μάγουλα

4. οικ, τάφος, λάκκος, Fumando así acabarás en el hoyo,

Αν καπνίζεις έτσι, θα καταλήξεις στον τάφο

5. ουλή από ευλογιά, la viruela le dejó varios hoyos que le afeaban el rostro,

Η ευλογιά του άφησε αρκετές ουλές που του ασχήμαιναν το πρόσωπό

6. μτφ, λούκι, δύσκολη θέση, Cayó en una depresión y le costó mucho salir del hoyo,

Έπεσε σε κατάθλιψη και του κόστισε πολύ να βγει από το λούκι

7. εκφ, αθλ, hacer un hoyo, πετυχαίνω μια τρύπα στο γκολφ

hoyuela 1. θ, πρχ αν-οιγούλα ή γουβ-ουλα= λακκάκι κάτω από το λαιμό

hoyuelo 1. α, λακκάκι σε σαγόνι ή μάγουλο

2. λακκάκι κάτω από το λαιμό

3. μτφ, παιχνίδι με βώλους

hoya 1. θ, μεγάλη γούβα γης, μεγάλος λάκκος, El meteorito dejó una hoya en la tierra,

Ο μετεωρίτης άφησε μια τρύπα στο έδαφος

2. τάφος ή ομαδικός τάφος

3. πεδιάδα, El pueblo está construido en una hoya,

Η πόλη είναι χτισμένη σε μια πεδιάδα

ahoyar 1. ρα, κάνω τρύπες

hoyada 1. θ, κοίλωμα εδάφους

hoyanca 1. θ, οικ, ομαδικός τάφος

hoyoso, sa 1. ε, ογιοσο> αν-οιγώδης ή με πολλές γούβες, τρύπες, για επιφάνεια, έδαφος = τρυπημένος, -η, -o, διάτρητος, -η, -o, γουβάτος, -η, -ο

rehoyo 1. α, πρχ υπερ-γούβα= βαθύς λάκκος

2. χαράδρα

rehoyar 1. ρα, ρε-ογιαρ> περι-(αν)οίγω> ξανα-ανοίγω την τρύπα για να φυτέψω το φυτό

Scroll to Top