HORROR= ΠΡΧ Χ-ΟΡΟΡ> ΜΤΘ ΤΡΑ-ΧΥ, ΠΡΧ ΦΡΙΚΑΡΩ, ΠΡΧ ΦΟΒ-ΕΡΟ, ΤΡΟΜΕΡΟ,
ΠΡΧ ΧΕΡΣΟ= ΑΓΡΙΟ, ΠΡΧ ΒΑΡΕΤΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Quersoneso 1. ονο, Χερσόνησος
2. εκφ, el Quersoneso η Χερσόνησος
hirsutismo 1. α, ιατ, μτθ χιρσου-τι-σμο, τρι-χι-τι-σμος> με πολύ τρίχωμα= δασυτριχισμός
hirsuto, ta 1. ε, μτθ τρι-χα-τος= δασύτριχος, -η, -o, tiene el pelo corto e hirsuto,
έχει το μαλλί κοντό και δασύ
híspido, da 1. ε, πρχ χισ-πιδο> τριχο-φυτο= δασύτριχος, -η, -o, τραχύμαλλος, -η, -o,
σμηριγγώδης, -ης, -ες
résped, réspede 1. α, πρχ ερπετό = γλώσσα οχιάς
2. μτφ, ερπετο-λογος> διάθεση κακιά σε λόγια, φαρμακόγλωσσος, -η, φαρμακογλωσσιά
3. πρχ κεντ-ρο-ποδο= κεντρί μέλισσας, σφήκας
horchata 1. θ, ρόφημα, με βάση την κύπερη, αμύγδαλα της γης, horchata (de chufa)
horchatería 1. θ, καντίνα με horchata
horchatero, ra 1. α θ, πωλητής, ια horchata
orzuelo 1. α, πρχ ορθουελο> ορθιουλι ή κρι-θούλι= κριθή, κριθαράκι σε βλέφαρο
hordiate 1. α, πρχ ορδιατε> κριθαρατο= ποτό από κριθάρι
erizo πρχ με-ρίζα> μυτερή τρίχα, πρχ ερισο> χερσό τρίχωμα, πρχ εριθο> όρθιο τρίχωμα
1. α, σκαντζόχοιρος
2. ζωλ, ψάρι, πρχ ύστριξ, ακανθόχοιρος
3. βοτ, αγκαθωτό κουκούλι σε κάστανο
4. μτφ, για άτομο, τραχύς, δύστροπος, ακοινώνητος άνθρωπος
5. βοτ, αχινός
6. στρ, φράκτης με συρματόπλεγμα με αγκάθινο σύρμα σε κουλούρα, σκαντζόχοιρος
7. σνθ, erizo de mar, marino, ζωλ, αχινός
erizo hembra, θηλυκός σκαντζόχοιρος
8. εκφ, ser suave como un erizo, ειρ, είναι απαλό σαν χερσό= γυαλόχαρτο
ser un erizo, για άτομο, είναι ενας δύστροπος άνθρωπος
erizar 1. ρμ, πρχ ορθίζω κάτι, σηκώνω τρίχα, μαλλί απο φόβο, κρύο, πρόβλημα,
ανασηκώνω, el frío me ha erizado el vello, το κρύο μου σήκωσε την τρίχα
2. ραντ, ανασηκώνομαι, ανατριχιάζω, ορθίζεται το μαλλί απο φόβο, κρύο,
se me ha erizado el vello con este frío, μου σηκώθηκε η τρίχα με αυτό το κρύο
El gato se erizó cuando vio al rottweiler enojado,
Η γάτα ανατρίχιασε, της σηκώθηκε η τρίχα όταν είδε το θυμωμένο ροτβάιλερ
3. ρμ, βάζω σύρμα με αγκάθια σε ένα φράχτη, erizar de púas un cercado
4. ραντ, μτφ, για άτομο, ορθίζομαι ψυχικά απο νεύρα, εκνευρίζομαι,
en cuanto vio a su enemigo se erizó de ira, όταν είδε τον εχθρό του οργίστηκε
5. ρμ, μτφ, πρχ βάζω ρίζες> εν-ριζώνω= περιπλέκω, δυσκολεύω, βάζω εμπόδια,
θέτω σε κίνδυνο, La testarudez del rey erizó el tratado de paz,
Το πείσμα του βασιλιά έθεσε σε κίνδυνο τη συνθήκη ειρήνης
erizamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του erizar
2. ανόρθωση πράγματος, La electricidad estática provoca el erizamiento del cabello,
Ο στατικός ηλεκτρισμός προκαλεί την ανόρθωση του μαλλιού
3. ανατριχίλα
erizado, da 1. ε, ανατριχιασμένος, -η, -o
2. αγκαθωτός, -ή, -ó, ακανθώδης, -ης, -ες
horrísono, na 1. ε, πρχ ορι-σονο> ακρο-σοναρ ή φρικο-σοναρ= για ήχο, φρικτός, -ή, -ό,
Escuché una carcajada malvada y horrísona,
Άκουσα ένα κακό και φρικτό γέλιο
horrífico, ca 1. ε, λγτ, πρχ φρικο-φιακτο= τρομακτικός, -ή, -ó
En medio de la noche, se oyó un grito horrífico,
Στη μέση της νύχτας ακούστηκε μια φρικτή κραυγή
horripilar πρχ όρθιο-πιλο= όρθιο-μαλλί, ανα-τρίχιασμα μαλλιών
1. ρμ, τρομάζω, προκαλώ φρίκη, ανατριχιάζω, las escenas violentas me horripilan,
οι σκηνές βίας με τρομάζουν, ανατριχιάζουν
2. σιχαίνομαι, me horripila el olor de pescado, σιχαίνομαι τη μυρωδιά του ψαριού
3. ραντ, me horripilé, ανατρίχιασα
horripilación 1. θ, φρικίασμα από κάτι
2. ανατρίχιασμα
3. ιατ, χήνειο δέρμα, ανόρθωση τριχών
horripilante 1. ε, που σηκώνει την τρίχα= τρομερός, -ή, -ό, ανατριχιαστικός, -ή, -ó,
vimos escenas horripilantes de guerra, είδαμε ανατριχιαστικές σκηνές πολέμου
2. για γεύση, αίσθηση, απαίσιος, -α, -o, esto tiene un sabor horripilante,
έχει απαίσια γεύση
3. για όψη, φρικτός, -ή, -ó, κακάσχημος, -η, -o,
lleva un peinado horripilante, έχει ένα χτένισμα φρικτό
su novio es horripilante, ο αρραβωνιαστικός της είναι κακάσχημος
horror πρχ χ-ορορ> φ-οβέρα απο κάτι, τρόμος ή φρικάρω
1. α, τρόμος, φρίκη, nunca olvidó el horror de los campos de concentración,
Δεν ξέχασε ποτέ τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης
me daba horror pasar por esas calles oscuras.
μου προκαλούσε τρόμο να περάσω από αυτούς τους σκοτεινούς δρόμους
2. μτφ, φρίκη, su última película es un horror, η τελευταία του ταινία είναι μια φρίκη
3. μτφ, πρχ ορορ> σωρός απο κάτι, tiene un horror de libros, έχει ενα σωρό απο βιβλία
4. πρχ ορορ> αποστροφή προς κάτι, σιχαμάρα, απέχθεια, me da horror su hipocresía,
με προκαλεί αποστροφή η υποκρισία του
5. φρικαλεότητα πράξης, γεγονότος, los horrores de la guerra,
οι φρικαλεότητες του πολέμου.
6. εκφ, dar horror, δίνω= προκαλώ τρόμο ή προκαλώ σιχαμάρα, φρίκη
un horror, οικ, φοβ-ερό= πάρα πολύ, me gusta un horror, μου αρέσει φοβ-ερά, τρομερά
nos costó un horror convencerlo, είδαμε και πάθαμε (για) να τον πείσουμε
horrores 1. α πλ, πρχ φοβ-ερά, τρομερά πράγματα=υπερβολές,
siempre cuenta horrores de su hermano, πάντα λέει υπερβολές για τον αδερφό του
2. επρ, πρχ τρομερά, υπερβολικά, el tenis me gusta horrores, το τένις μου αρέσει τρομερά,
la quiero horrores, την αγαπώ σαν τρελός
horrorizar 1. ρμ, πρχ ορο-ριζαρ> φρικαριζω ή φοβ-ερίζω, τρομάζω, τρομοκρατώ,
le horrorizan las arañas, τον τρομάζουν οι αράχνες
2. κάτι μου προκαλεί αποστροφή, me horroriza ese tipo de música,
μου προκαλεί αποστροφή αυτό το είδος μουσικής
3. ραντ, τρομοκρατούμαι, φρίττω, φρικάρω απο κάτι, se horrorizó al saber el precio,
φρίκαρε όταν έμαθε την τιμή
horrorizado, da 1. ε, τρομοκρατημένος, -η, -o απο φόβο,
estaba horrorizado, ήταν τρομοκρατημένος
2. φρικαρισμένος, -η, -o απο αποτέλεσμα, se quedó horrorizada por el precio del coche,
έμεινε φρικαρισμένη= φρίκαρε απο την τιμή του αμαξιού
horrorosamente επρ, φριχτά, viste horrorosamente ντύνεται φριχτά
horroroso, sa πρχ φοβ-ερός
1. ε, για γεγονός, φρικιαστικός, -ή, -ό, φρικτός, -ή, -ó, un accidente horroroso,
ένα φρικτό δυστύχημα
2. για αίσθηση, απαίσιος -α, -o, lleva un perfume horroroso, φοράει ένα απαίσιο άρωμα
3. για όψη, κακάσχημος, -η, -o, es un chico horroroso, είναι ένας νεαρός κακάσχημος
4. οικ, για ένταση, τρομερός, -ή, -ó, ¡qué calor más horroroso! τρομερή ζέστη!
horrible πρχ φοβ-ερό
1. ε, για γεγονός, τρομερός, -ή, -ό, απαίσιος, -α, -ο,
un accidente horrible ένα τρομερό ατύχημα
2. για αίσθηση, απαίσιος, -α, -o, nos hizo un tiempo horrible, μας έκανε απαίσιο καιρό
3. οικ, για όψη, κακάσχημος, -η, -o, tiene un novio horrible, έχει ένα κακάσχημο φίλο
4. οικ, για ένταση, τρομερός, -ή, -ό, απίστευτος, -η, -o,
¡qué frío más horrible! κάνει απίστευτο κρύο!
tengo un hambre horrible έχω τρομερή πείνα!
horriblemente 1. επρ, τρομερά, απαίσια, φρικτά
horrendo, da 1. ε, horrible
hórrido, da 1. ε, που προκαλεί φοβ-έρα= τρομερός, -ή, -ό, απαίσιος, -α, -ο, φρικτός, -ή, -ό
horridez 1. θ, φρίκη
oruga 1. θ, ζωλ, πρχ τρώγω= φλοιοφάγος, φυλλοφάγος κάμπια
2. μχν, πρχ ορουγα> ερπ-αγω= ερπύστρια
3. βοτ, ερούκα η εδώδιμη, ρόκα
rizar 1. ρμ, πρχ κατσα-ρωσω ή κάνω σαν ρίζα= ριζώνω το μαλλί, κατσαρώνω, σγουραίνω,
Ricé el cabello de mi hermana con un rizador,
κατσάρωσα τα μαλλιά της αδερφής μου με ένα ψαλίδι για κατσάρωμα μαλλιών
2. ραντ, κατσαρώνω, σγουραίνω μαλλί
3. μτφ, για θάλασσα, ριζάρω> κάνω κυματάκια, la brisa riza la superficie del mar,
ο απαλός αέρας κυματίζει την επιφάνεια της θάλασσας
rizo 1. α, μπούκλα μαλλιού
2. πέλος υφάσματος
3. αερ, λούπινγκ
4. ναυ, μούδα
5. εκφ, rizar el rizo, αερ, κάνω αεροπορικά λούπινγκ
ή μτφ, ριζάρω= περιπλέκω τα πράγματα
rizo, za 1. ε, ριζο= σγουρομάλλης, -α, -ικο
rizoso, sa 1. ε, σγουρομάλλης, -α, -ικο
rizado, da 1. ε, κατσαρός, -ή, -ό, σγουρός, -ή, -ό
2. κυματισμένος, -η, -ο, για θάλασσα
rizado 1. α, κατσάρωμα μαλλιού
rizador 1. α, ψαλίδι για κατσάρωμα μαλλιών
aburrir πρχ αβουριρ> βαριέμαι ή βαρύνω κάποιον
1. ρμ, προκαλώ βαρεμάρα, Los reality shows me aburren,
τα ριάλιτι σόου μου προκαλούν βαρεμάρα
2. βαραίνω ψυχικά= ενοχλώ, κουράζω, tus quejas nos aburren,
τα παράπονα σου με ενοχλούν
3. για πτηνό, πρχ απο-βαρύνω τα αυγά= εγκαταλείπω, αφήνω τα αυγά
4. ραντ, πρχ βαριέμαι, πλήττω, me aburro mucho con la televisión,
βαριέμαι, πλήττω πολύ με την τηλεόραση
5. aburrirse de, βαριέμαι απο κάτι, me aburro de esta vida, βαριέμαι με αυτή τη ζωή
6. εκφ, aburrirse como una ostra, βαριέμαι σαν όστρακο= απίστευτα
en esa fiesta me aburrí como una ostra, σε αυτή την γιορτή βαρέθηκα απίστευτα
aburrimiento 1. α, βαρεμάρα, πλήξη, ¡qué aburrimiento! τι πλήξη!
2. βάρεμα ψυχικό= ενόχληση, σπάσιμο, su manera de insistir es un aburrimiento,
ο τρόπος του να επιμένει είναι μια ενόχληση
3. εκφ, hasta el aburrimiento, μέχρι το βάρεμα= να βαρεθώ
ser un aburrimiento, είμαι ένα βάρεμα= πληκτικός, esta conferencia es un aburrimiento,
αυτό το συνέδριο είναι πληκτικό!
aburrición 1. θ, οικ, βαρεμάρα, πλήξη
aburrido, da 1. ε, βαρετός, -ή, -ó, una película aburrida, μια βαρετή ταινία
2. εκφ, estar aburrido, βαριέμαι, πλήττω, estoy aburrido y no sé qué hacer,
βαριέμαι και δεν ξέρω τι να κάνω
estar aburrido de algo, alguien, είμαι βαρεμένος απο κάτι, κάποιον=
είμαι κουρασμένος ψυχικά, με ενοχλεί κάτι, κάποιος,
están aburridos de tus quejas, βαρέθηκαν τα παράπονά σου
ser aburrido είμαι βαρετός, este chico es muy aburrido, αυτό το παιδί είναι πολύ βαρετός tener a alguien aburrido con algo, ενοχλώ, κουράζω κάποιον με κάτι,
me tenéis muy aburrido con estas quejas, με έχετε κουράσει με τα παράπονα σας
aburrido, a, 1. ε, βαρετός, -ή, -ό, esta película es muy aburrida,
Αυτή η ταινία είναι πολύ βαρετή
aborrecer πρχ αμπορεσερ> απο-στρέφομαι, να απορρίψω, πρχ βαριέμαι κάτι
1. ρμ, αποστρέφομαι, μισώ, σιχαίνομαι, El rey aborrece a los traidores y espías,
Ο βασιλιάς μισεί τους προδότες και τους κατασκόπους,
"Aborrezco las moscas en la sopa", dijo la condesa,
«Σιχαίνομαι τις μύγες στη σούπα», είπε η κοντέσα
2. για ζώο, πρχ απο-βαρύνω ή να απορρίψω τα μικρά, εγκαταλείπω τη φωλιά, τα μικρά
La perra aborrecerá los cachorros si no reconoce su olor,
Η σκύλα θα εγκαταλείψει τα κουτάβια αν δεν αναγνωρίσει τη μυρωδιά τους
aborrecible 1. ε, πρχ αποστρέψιμος= απεχθής, -ή, -ές, αποκρουστικός, -ή, -ό, μισητός, -ή, -ό
persona, acción aborrecible, άτομο, πράξη απεχθής
aborrecido, da 1. ε, μτφ, βαρετός, -ή, -ό, πληκτικός, -ή, -ó
2. εκφ, tener aborrecido a alguien, έχω αποστρεπτό ή βαρεμένο κάποιον=
κάνω να αγανακτήσει, me tiene aborrecida con tantas locuras,
έχω αγανακτήσει με τις τόσες τρέλες του
aborrecimiento 1. α, αποστροφή, μίσος, αντιπάθεια, σιχαμάρα
2. απέχθεια
3. για ζώο, πρχ απόρριμμα= εγκατάλειψη μικρών, φωλιάς