HISTORIA= ΠΡΧ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΤΗΣ
historia 1. θ, ιστορία, Es sin duda una de las mentes más brillantes de la historia,
Είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο λαμπρά μυαλά στην ιστορία,
La película cuenta la historia de una mujer que ha perdido a su hijo,
Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που έχασε τον γιο της
2. εκπ, ιστορία, Quiere estudiar historia y dedicarse a la enseñanza,
Θέλει να σπουδάσει ιστορία και να αφιερωθεί στη διδασκαλία,
he suspendido historia y matemáticas,
έμεινα μετεξεταστέος στην ιστορία και στα μαθηματικά
3. μτφ, ιστορία, Los CDs ya son historia, Τα σι-ντι πλέον είναι ιστορία
4. οικ, ιστορία, κουτσομπολιό, no hagas caso a las historias que cuentan sobre tu padre,
μην δίνεις σημασία στις ιστορίες που λένε για τον πατέρα σου
5. μτφ, δικαιολογία, παραμύθι, debes pagarme y dejarte de historias,
πρέπει να με πληρώσεις και να σταματήσεις με τα παραμύθια
6. μτφ, ιστορία, está metido en una historia muy turbia,
είναι μπλεγμένος σε μια πολύ ύποπτη ιστορία
7. μτφ, ερωτική ιστορία, tiene una historia con la vecina del cuarto,
Έχει μια ιστορία με τη γειτόνισσα από τον τέταρτο όροφο
8. σνθ, historia del arte, ιστορία της τέχνης
historia natural, φυσική ιστορία
Historia Sacra, Sagrada Βίβλος
historia universal, παγκόσμια ιστορία
historia clínica, ιατ, ιατρικό ιστορικό
9. εκφ, ¡así se escribe la historia! και έτσι έχουν τα πράγματα, κι αυτή είναι η αλήθεια! como manda la historia, όπως η ιστορία ορίζει
dejarse de historias, οικ, σταματάω τις ιστορίες, τα παραμύθια
hacer historia, γράφω ιστορία
la historia se repite, η ιστορία επαναλαμβάνεται
pasar a la historia, περνώ στην ιστορία, su gran labor social pasará a la historia,
το σπουδαίο κοινωνικό του έργο θα μείνει στην ιστορία,
ή ανήκω στο παρελθόν, ese peinado pasó a la historia,
αυτό το χτένισμα ανήκει στο παρελθόν
ser historia, ανήκω στο παρελθόν
tener una historia con alguien, έχω μια ερωτική ιστορία, περιπετειούλα με κάποιον
ή έχω ιστορίες, μπλεξίματα με κάποιον
historiar 1. ρμ, εξιστορώ, La novela historia la vida de una reina del siglo XVII,
Το μυθιστόρημα εξιστορεί τη ζωή μιας βασίλισσας του 17ου αιώνα
2. καταγράφω ιστορία, Es importante historiar estos sucesos para que no se olviden,
Είναι σημαντικό να καταγράψουμε την ιστορία αυτών των γεγονότων για να μην ξεχαστούν
3. τεχ, απεικονίζω ιστορία, La pintura del siglo XIX pretendía historiar la vida en el campo,
Η ζωγραφική του δέκατου ένατου αιώνα είχε ως στόχο να απεικονίσει τη ζωή στην ύπαιθρο
historial 1. α, ιστορικό, El coche tiene un historial de mantenimiento impecable,
Το αυτοκίνητο έχει ένα ιστορικό συντήρησης άψογο,
tiene un largo historial de fracasos, έχει μεγάλο ιστορικό αποτυχιών,
el historial de navegación, το ιστορικό περιήγησης
2. βιογραφικό σημείωμα
3. ιατρικό ιστορικό, el médico consultó el historial de este paciente,
o γιατρός συμβουλεύτηκε το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς
4. αθλ, παλμαρέ, κατάλογος επιτυχιών, en su historial figuran dos campeonatos del mundo, στον κατάλογο των επιτυχιών του φιγουράρουν δύο παγκόσμια πρωταθλήματα
5. σνθ, historial académico, ιστορικό ακαδημαϊκής πορείας,
Debe adjuntar su historial académico a la solicitud,
Πρέπει να επισυνάψετε το ακαδημαϊκό σας ιστορικό στην αίτηση,
historial clínico, médico, ιστορικό ασθενούς
historial delictivo, ποινικό μητρώο
historial de servicios, ιστορικό παρεχόμενων υπηρεσιών, προϋπηρεσία
historial policial, ποινικό μητρώο
historial 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με την ιστορία
historiable 1. ε, που μπορεί να εξιστορηθεί, εξιστορήσιμος, -η, -ο
historiado, da 1. ε, τεχ, έργο με ανάγλυφο ιστορίας που διηγείται, ιστορημένος, -η, -o
2. μτφ, παραφορτωμένος, -η, -o με στολίδια, περίτεχνος, -η, -ο, πολύ-στολισμένος, -η, -ο,
el vestido de la novia llevaba un velo de encaje historiado y costoso,
το φόρεμα της νύφης διέθετε ένα περίτεχνο δαντελένιο πέπλο και ακριβό
historiador, ra 1. α θ, ιστορικός
históricamente 1. επρ, ιστορικά, La película está basada en hechos documentados históricamente, Η ταινία βασίζεται σε ιστορικά καταγεγραμμένα γεγονότα
2. από ιστορικής απόψεως, ιστορικά, Históricamente, el país fue una colonia,
Ιστορικά, η χώρα ήταν αποικία
histórico, ca 1. ε, ιστορικός, -ή, -ó, una novela histórica, ένα ιστορικό μυθιστόρημα,
La novela se ambienta en un periodo histórico turbulento,
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται σε μια ταραγμένη ιστορική περίοδο,
Visitamos el centro histórico de la ciudad, Επισκεφτήκαμε το ιστορικό κέντρο της πόλης,
Es un documento de gran valor histórico, Είναι ένα έγγραφο μεγάλης ιστορικής αξίας,
el dólar alcanzó ayer su máximo histórico,
το δολάριο έφθασε χθες σε ιστορικό επίπεδο ανόδου,
Fue un momento histórico para el país, Ήταν μια ιστορική στιγμή για τη χώρα,
El equipo consiguió una victoria histórica en la final,
Η ομάδα πέτυχε μια ιστορική νίκη στον τελικό,
ayer se firmó un acuerdo histórico, εχθές υπεγράφη μια ιστορική συμφωνία
uno de los lideres históricos del partido, ένας από τους ιστορικούς ηγέτες του κόμματος
2. γρμ, ιστορικός, -ή, -ό
histórico-artístico, ca 1. ε, ιστορικο-καλλιτεχνικός, -ή, -ό
historicidad 1. θ, ιστορικότητα, αυθεντικότητα γεγονότος,
nadie duda de la historicidad del suceso,
κανείς δεν αμφισβητεί την ιστορικότητα του γεγονότος
historicismo 1. α, ιστορισμός
historicista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ó με τον ιστορισμό, ιστοριστής
historieta 1. θ, κόμικ, De pequeño coleccionaba historietas de superhéroes,
Όταν ήμουν μικρός, έκανα συλλογή, μάζευα κόμικς με υπερήρωες
2. ιστοριούλα, me contó una historieta divertida que le ocurrió en el metro,
μου είπε μια διασκεδαστική ιστοριούλα που του συνέβη στο μετρό
historiografía 1. θ, ιστοριογραφία
historiográfico, ca 1. ε, ιστοριογραφικός, -ή, -ó
historiógrafo, fa 1. α θ, ιστοριογράφος
prehistoria 1. θ, ιστ, προϊστορία
prehistórico, ca 1. ε, ιστ, προϊστορικός, -ή, -ó
2. οικ, μτφ, προϊστορικός, -ή, -ó
protohistoria 1. θ, πρωτοϊστορία
protohistórico, ca 1. ε, πρωτοϊστορικός, -ή, -ό