HINDU= ΠΡΧ ΙΝΔΟΣ, ΙΝΔΙΑΝΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
hindi 1. α, ιδίωμα Χίντι
hindú 1. ε, απο Ινδία, ινδικός, -ή, -ó
2. θρη, ινδουιστικός, -ή, -ó
3. α θ, Ινδός, Ινδή
4. θρη, ινδουιστής, ινδουίστρια
hinduismo 1. α, θρη, ινδουισμός
hinduista 1. ε, θρη, ινδουιστικός, -ή, -ó
2. α θ, ινδουιστής, ινδουίστρια
India 1. ονο, India, η Ινδία
Indias 1. ονο, las Indias, οι Ινδίες
índico, ca 1. ε, ινδικός, -ή, -ó, océano índico, ινδικός ωκεανός
indie 1. ε, μσκ, ίντι
índigo 1. α, φυτο, ινδικοφόρος άρση ανίλη
2. μτφ, χρώμα λουλακί
3. ε, λουλακιένιος, -α, -ο, λουλακί, unas camisas indigo, λουλακί πουκάμισα
indio, día 1. ε, απο Ινδία, ινδικός, -ή, -ó
2. απο ήπειρο Αμερικής, ινδιάνικος, -η, -o, ιθαγενικός, -ή, -ό Λατινικής Αμερικής
3. α θ, Ινδός, Ινδή
4. Ινδιάνος, Ινδιάνα, ιθαγενής Λατινικής Αμερικής
5. σνθ, indio americano, Ινδιάνος της Αμερικής.
6. εκφ, hablar como los indios, οικ, μτφ, μιλάω ντελι-ντελι= τσότρα πάτρα
hacer el indio, οικ, μτφ, κάνω τον ινδιάνο= χαζό
indio 1. α, χημ, ίνδιο
indiófilo, la 1. ε, α θ, ινδο-φιλικός, -ή, -ó προς τους Ινδιάνους, φίλος, -η με τους Ινδιάνους
indo, da 1. ε, ινδικός, -ή, -ó
2. ινδιάνικος, -η, -o
3. α θ, Ινδός, Ινδή
4. Ινδιάνος, Ινδιάνα
Indo, Indos 1. ονο, el Indo, o Ινδός
Indochina 1. ονο, Ινδοκίνα
indochino, na 1. ε, ινδοκινεζικός, -ή, -ó
2. α θ, Ινδοκινέζος, -α
indiana 1. θ, πολύχρωμο σταμπωτό ύφασμα, τσίτι, σαν ινδιανικό
indianismo 1. α, ινδιανισμός
indianista 1. ε, α θ, ινδιανιστικός, -ή, -ό, σχετικός με ινδιανισμό,
ινδιανιστής, -ια, οπαδός ινδιανισμού
indiano, na 1. ε, ινδιάνικος, -η, -ο
2. α θ, Ινδιάνος, Ινδιάνα
indiano 1. α, Ισπανός μετανάστης που επέστρεψε στην πατρίδα του αφού πρώτα έκανε περιουσία στην Αμερική
aindiado, da 1. ε, πρχ σα-ινδιάνικος, -η, -ο, με όψη Ινδιάνου
indoeuropeo, a 1. ε, ινδοευρωπαϊκός, -ή, -ó
2. Ινδοευρωπαίος, -α
indoeuropeo 1. α, ινδοευρωπαϊκή γλώσσα
indogermánico, ca 1. ε, α θ, ινδοευρωπαϊκός, -ή, -ó, Ινδοευρωπαίος, -α
indol 1. α, χημ, ινδόλη
indicán 1. α, χημ, ινδικάνη
indulina 1. θ, χημ, ινδουλίνη
indofenol 1. α, χημ, ινδοφαινόλη
Indonesia 1. ονο, Ινδονησία
indonesio, sia 1. ε, α θ, ινδονησιακός, -ή, -ó, Ινδονήσιος, -ια
indonesio 1. α, ιδίωμα Ινδονησιακά
Indostán 1. ονο, el Indostán, το Ινδουστάν
indostanés, esa, indostano, na 1. ε, ινδουστανικός, -ή, -ó, γηγενής, κάτοικος Ινδουστάν
indostánico, ca 1. ε, ινδουστανικός, -ή, -ó
indostánico 1. α, ιδίωμα, Ινδουστανικά