HERMES= ΠΡΧ ΕΡΜΗΣ
Hermes 1. ονο, μυθ, Ερμής
hermenéutica 1. θ, ερμηνευτική
hermenéutico, ca 1. ε, ερμηνευτικός, -ή, -ó
hermenéuticamente 1. επρ, ερμηνευτικά
HERMES= ΠΡΧ ΕΡΜΗΣ
Hermes 1. ονο, μυθ, Ερμής
hermenéutica 1. θ, ερμηνευτική
hermenéutico, ca 1. ε, ερμηνευτικός, -ή, -ó
hermenéuticamente 1. επρ, ερμηνευτικά