HERIR

HERIR = ΠΡΧ ΕΡΙΡ> Φ-ΕΡΩ, ΦΘ-ΕΙΡΩ, Τ-ΗΡΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

faringe 1. α, ανα φάρυγγας, επειδή φέρει το φαγητό στο στομάχι

faríngeo, a 1. ε, ανα, φαρυγγικός, -ή, -ό

faringitis 1. θ, ιατ, φαρυγγίτιδα

faringolaringitis 1. θ, ιατ, φαρυγγολαρυγγίτιδα

faringoscopio 1. α, ιατ, φαρυγγοσκόπιο

faringotomía 1. θ, ιατ, φαρυγγοτομία

herir πρχ φέρω= κατα-φέρω χτύπημα ή τ-ηρώ, τρυπώ κάτι

1. ρμ, φέρω χτύπημα σωματικά, ηθικά, ψυχικά σε κάποιον, τραυματίζω, πληγώνω,

lo hirieron en la mano, τον τραυμάτισαν στο χέρι

lo que dijiste le hirió profundamente, αυτό που είπες τον πλήγωσε βαθιά

esa escena tan dramática le hirió el corazón,

αυτή η τόσο δραματική σκηνή του πλήγωσε την καρδιά

2. μτφ, φέρω χτύπημα στις αισθήσεις, όραση, ακοή, χαλώ, προσβάλλω,

la nueva casa hiere la vista, το καινούριο σπίτι προσβάλλει την αισθητική

esa luz hiere la vista, αυτό το φώς τυφλώνει την όραση

este sonido hiere el oido, αυτός o ήχος τρυπάει τ’ αυτιά

3. μτφ, φέρω άγγιγμα σε όργανο μουσικό, γρατζουνάω,

hería las cuerdas de una guitarra, γρατσουνούσε τις χορδές μιας κιθάρας

4. φέρω χτύπημα σε κάτι, χτυπάω, el martillo hería el metal, το σφυρί χτύπαγε το μέταλλο

los haces herían la faz de la tierra, οι δέσμες φωτός χτύπαγαν την επιφάνεια της γής

5. πετυχαίνω, τηρώ, hirió el blanco a la primera, πέτυχε, τήρησε το κέντρο με την πρώτη

6. ραντ, πληγώνομαι, τραυματίζομαι, χτυπάω, se hirió con el cuchillo, κόπηκε με το μαχαίρι

al caer se hirió en la pierna, οταν έπεσε πληγώθηκε στο πόδι

herida

1. θ, ιατ, τραύμα, πληγή, una herida en la pierna, ένα τραύμα στο πόδι

se cayó de la bicicleta y se llenó de heridas, έπεσε απο το ποδήλατο και γέμισε πληγές

2. μτφ, πληγή ψυχική, λύπη, la herida por la muerte de su madre tardará en cerrar,

η πληγή απο τον θάνατο της μητέρας του θα αργήσει να κλείσει

3. μτφ, προσβολή, πληγή, τραύμα ηθικό, sus críticas las recibió como una herida,

τις κριτικές του τις έλαβε σαν μια προσβολή

4. σνθ, herida abierta, κυρ, μτφ ανοιχτή πληγή

herida contusa, μώλωπας

5. εκφ, escarbar, tocar en la herida, σκαλίζω την πληγή, ξύνω μια πληγή

lamerse las heridas, γλείφω= γιατρεύω της πληγές μου

abrir de nuevo una herida, ανοίγω μια παλιά πληγή

herido, da

1. ε, ηθικά, σωματικά, τραυματισμένος, -η, -o, πληγωμένος, -η, -o

2. α θ, τραυματίας

3. σνθ, herido de gravedad, σοβαρά τραυματισμένος

herido de muerte, θανάσιμα τραυματισμένος

hiriente 1. ε, πρχ τηρών, φέρων, φθείρων με χτυπήματα= δηκτικός, -ή, -ó, καυστικός, -ή, -ó varios comentarios hirientes, πολλά δηκτικά σχόλια

palabras hirientes, λόγια καυστικά

interferón 1. α, βιο, ιντερ-φερόνη, που ενδο-φέρει

interferir πρχ ενδο-φέρω σε κάτι

1. ρμ, μτφ, επεμ-βαίνω, παρ-εμβαίνω, ανακατεύομαι σε κάτι,

no interfieras en mi vida, μην παρεμβαίνεις στην ζωή μου

2. ενδο-φέρομαι στην πορεία κάποιου, εμποδίζω το πέρασμα

los alumnos interferían el tráfico, οι μαθητές εμπόδιζαν την κυκλοφορία

3. φσκ, τηλ, δημιουργώ παρεμβολές, las ondas radiofónicas interfieren,

τα ραδιοφωνικά κύματα παρεμβαίνουν, δημιουργούν παρεμβολές

interferencia ενδο-φορά σε κάτι

1. θ, φσκ, τηλ, παρεμβολή, παράσιτα

2. επέμβαση, ανάμειξη σε θέμα, tu interferencia en el asunto ha sido un error,

η παρέμβαση σου στο ζήτημα ήταν λάθος

interferencial 1. ε, που ενδο-φέρεται σε κάτι= επεμβατικός, -ή, -ό, παρεμβατικός, -ή, -ό

2. τηλ, φσκ, που κάνει παρεμβολές, παράσιτα

interferómetro 1. α, φσκ, ενδο-φερό-μετρο= συμβολό-μετρο , μετράει παρεμβολές

malherir 1. ρμ, πρχ μελανο-φέρω= βλάπτω, πληγώνω σοβαρά άτομο, ζώο,

el toro malhirió al diestro, ο ταύρος πλήγωσε σοβαρά τον ταυρομάχο

zaherir πρχ ζα-εριρ> ζα-φέρω> ζα= πολύ, ζα-μπλουτος)+φέρω= χτυπώ ή πρχ κα-τα-φθείρω

1. ρμ, λέω ή κάνω κάτι και προσβάλω, ταπεινώνω, εξευτελίζω ηθικά, πνευματικά,

le zahirió en público, την πρόσβαλλε δημόσια

zaherimiento 1. α, προσβολή, ταπείνωση, εξευτελισμός

zahiriente 1. ε, προσβλητικός, -ή, -ό, ταπεινωτικός, -ή, -ό, που φθείρει, πληγώνει

férula πρχ φερουλα> βεργουλα

1. θ, βεργούλα, βίτσα, βέργα για τιμωρία στο σχολείο

2. ιατ, νάρθηκας, σαν βέργα ή επειδή φέρει το οστό

3. βοτ, φερούλα

4. εκφ, estar bajo la férula de alguien, μτφ, είμαι υπό την εξουσία κάποιου

estuvo bajo la férula de su madre, ήταν υπο την εξουσία της μητέρας του

perforar πρχ περι-φέρω > τρυπώ

1. ρμ, διατρυπώ, διαπερνώ υλικό, τρυπάω, han perforado el terreno para buscar agua,

έχουν διατρυπήσει, γεωτρήσει το έδαφος για να βρούν νερό

2. ιατ, διατρυπώ

3. μτφ, διαπερνώ, Nos perforó con su mirada, Μας διαπέρασε με το βλέμμα του

perforación 1. θ, διάτρηση υλικού

2. γεώ-τρηση , τρύπημα

perforado 1. α, διά-τρηση

perforador, ra 1. ε, διατρητικός, -ή, -ó

perforadora 1. θ, τρυπάνι πέτρας

2. για χαρτί τρυπητήρι, δια-κορευτής

perforante 1. ε, δια-τρητικός, -ή, -ó

perforista 1. α θ, διατρητής καρτών υπολογιστή

imperforado, da πρχ α-παρ-εμ-φερης ή μη περι-φορά σε κάτι

1. ε, που δεν φέρει τρύπα, δεν έχει άνοιγμα, ατρύπητος, -η, -ο

imperforación 1. θ, ιατ, έμφραξη σε όργανο

horadar πρχ οραδαρ> τ-ερηδόνα ή τηρω-δίδω= τρυπώ

1. ρμ, τρυπώ ξύλο, μέταλλο

2. τχν, δια-τρυπώ

horadación 1. θ, τρύπα, οπή

2. τχν, τρυπάνισμα

horadador, ra 1. ε, πρχ δια-τρητικός, -ή, -ό

horadador 1. α, μηχάνημα τρυπάνι

2. όργανο τρυπητήρι

foraminado, da 1. ε, διάτρητος, -η, -o

foraminífero 1. α, ζωλ, τρηματο-φόρο

Scroll to Top