HENDER

HENDER= ΠΡΧ Χ-ΕΝΔΕΡ> Σ-ΧΙ(Ν)ΔΗΣ> ΣΧΙΖΩ, ΠΡΧ ΕΝ-ΔΥΟ> ΕΝ-ΔΙΑΙΡΩ> ΣΧΙΖΩ,

ΠΡΧ Ζ-ΕΒΡΑ> F-IBRA= ΛΩΡΙΔΕΣ ΣΑΝ ΙΝΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

hebra πρχ ζ-έβρα> λωρίδες χρώματος σαν ίνες

1. θ, νήμα, κλωστή, λωρίδα, no cortes las hebras tan largas,

μην κόψεις τις κλωστές τόσο μακριές

2. νημάτιο, hebras doradas, χρυσά νημάτια

3. ίνα κρέατος, hebra de carne

4. ίνα καπνού

5. ίνες, κλωστές από κηπευτικά, quitar las hebras del apio, de las judias verdes

βγάζω τις κλωστές, ίνες από το σέλινο, τα φασολάκια

hebras de jengibre, λωρίδες φρέσκιας πιπερόριζας

6. μτφ, ειρμός ομιλίας, hebra de discurso

7. μτφ, ορυ, φλέβα

8. στο ξύλο, κατεύθυνση νερού

9. εκφ, cortar la hebra de la vida, κόβω το νήμα της ζωής

pegar la hebra, οικ, μτφ, μπήγω το νήμα= πιάνω κουβεντολόι, pega la hebra con cualquiera,

πιάνει την κουβέντα με τον καθένα

hebras 1. θ πλ, λγτ, μτφ, μπούκλες, La bella mujer tenía unas hebras doradas,

Η όμορφη γυναίκα είχε χρυσές μπούκλες

hebroso, sa, hebrudo, da 1. ε, για υλικό, φυτό, ινώδης, -ης, -ες

ahebrado, da 1. ε, ινώδης, -ης, -ες

enhebrar πρχ εν-ζεβρίζω= εν-περνάω την κλωστή, νήμα

1. ρμ, περνάω κλωστή από βελόνα, πέρλα, χάντρα, βελονιάζω,

Mi vista ya no es lo que era. Ahora me cuesta mucho enhebrar una aguja,

Η όρασή μου δεν είναι όπως παλιά. Πλέον με δυσκολεύει να περάσω κλωστή σε μια βελόνα

2. μτφ, αραδιάζω, en su delirio, enhebraba recuerdos,

στο ντελίριο του, αράδιαζε αναμνήσεις

Marcela enhebraba un chiste tras otro y nosotros no parábamos de reír,

Η Μαρσέλα αράδιαζε το ένα αστείο μετά το άλλο και εμείς δεν σταματούσαμε να γελάμε

enhebrado 1. α, βελόνιασμα

desenhebrar ρμ, πρχ ξ-εν-κλωστίζω= βγάζω το νήμα, την κλωστή από βελόνα

deshebrar 1. ρμ, ξηλώνω, ξεφτίζω ύφασμα, σαν να αφαιρώ τα νήματα

2. αφαιρώ, βγάζω την κλωστή από βελόνα

3. μαγ, κόβω σε λωρίδες

fibra πρχ ζ-εβρα> μτφ ίνα

1. θ, ίνα, fibra de algodón, ίνα βαμβακιού

2. φυτική ίνα, los espárragos tienen mucha fibra, τα σπαράγγια έχουν πολλές φυτικές ίνες

3. βιο, ορυ, ίνα

4. ανα, ίνα, fibra muscular, μυϊκή ίνα

5. βοτ, ίνα

6. μτφ, ενέργεια, σθένος, νεύρο ατόμου, σαν ίνα για να πετύχει τους στόχους του,

Le falta fibra para subirse a un escenario, Του λείπει σθένος για να ανέβει στη σκηνή

7. μτφ, ευαίσθητη ίνα> σημείο, χορδή ατόμου, le tocaste la fibra sentimental,

του άγγιξες τη συναισθηματική του χορδή

8. σνθ, fibra dura για κρέας, de carne, σκληρή ίνα

fibra óptica, οπτική ίνα

fibra sensible, ευαίσθητη χορδή

9. εκφ, ser alguien pura fibra, μτφ, είναι μόνο ίνες= δεν έχει καθόλου λίπος πάνω του

tocarle la fibra sensible a alguien, μτφ, αγγίζω την ευαίσθητη χορδή κάποιου

fibrana 1. θ, συνθετικό ύφασμα από ασυνεχείς ίνες

fibrilación 1. θ, ιατ, ινιδισμός

fibrilar 1. ε, ιατ, ινιδώδης, -ης, -ες, rotura fibrilar, ινιδώδης ρήξη

fibrilar 1. ρα, ιατ, παρουσιάζω καρδιακή αρρυθμία

fibrilla 1. θ, ανα, ινίδιο

fibrina 1. θ, χημ, φιβρίνη

fibrinógeno 1. α, ιατ, ινοδογόνο

fibrinoso, sa 1. ε, χημ, ινιδώδης, -ης, -ες, ινώδης, -ης, -ες

fibrocartílago 1. α, ανα, ινώδης χόνδρος

fibrocemento 1. α, κατ, αμιαντο-τσιμέντο

fibroma 1. α, ιατ, ίνωμα, ινομύωμα

2. σνθ, fibroma uterino, ιατ, ινομύωμα της μήτρας

fibromatoide 1. ε, ιατ, ινοματοειδής, -ής, -ές

fibrosis 1. θ, ιατ, ίνωση

fibroso, sa 1. ε, για υφή, φυτό ινώδης, -ης, -ες

2. ανα, ινώδης, -ης, -ες

3. μτφ, για άτομο, με πολλές μυϊκές ίνες, μυώδης, -ες, -η,

cuerpo fibroso, κορμί μυώδες

4. μτφ, για άτομο στεγνός, -ή, -ό, λιπόσαρκος, -η, -ο

desfibrar 1. ρμ, τχν, αφαιρώ τις ίνες

desfibración 1. θ, τχν, αφαίρεση ινών, αποίνωση, μηχανική πολτοποίηση

desfibrado 1. α, τχν, αποίνωση, ξάση

desfibradora 1. θ, τχν, αποχωριστής ινών

desfibrilar 1. ρμ, ιατ, ανακτώ τον κανονικό ρυθμό ινών στην καρδιά

desfibrilación 1. θ, ιατ, απινίδωση, απινιδισμός

desfibrilador 1. α, ιατ, απινιδωτής

desfibrinación 1. θ, ιατ, ινωδο-γονο-πενία

fisión 1. θ, πρν, φσκ, πρχ φ> χ> φ-ισιον> σ-χίσην= σχάση, διάσπαση

físil 1. ε, φσκ, πρν, διασπάσιμος, -η, -ο, σχάσιμος, -η, -ο, διασπώμενος, -η, -ο

2. α θ, διασπώμενο, σχάσιμο στοιχείο

fisible 1. ε, διασπάσιμος, -η, -ο

fisionar 1. ρμ, φσκ, πρν, διασπώ, σχάζω

fisionable 1. ε, φσκ, διασπάσιμος, -η, -ο, διασπώμενος, -η, -ο, σχάσιμος, -η, -ο

fisura 1. θ, πρχ σ-χισούρα= σχισμή σε επιφάνεια, ρωγμή, hay fisuras en la pared,

υπάρχουν σχισμές στον τοίχο

2. μτφ, ρήγμα, ρήξη, ράγισμα σε σχέση, no hay fisuras en su relación de pareja,

δεν υπάρχουν ρήγματα στην σχέση τους σαν ζευγάρι

ή σε συνεργασία, ομάδα, aparecieron las primeras fisuras en partido,

εμφανίστηκαν τα πρώτα ρήγματα στο κόμμα

3. ιατ, κάταγμα οστού, fisuraen hueso

ή ραγάδα πρωκτού, fisura en ano

4. ορυ, σχισμή

5. εκφ, sin fisuras, άνευ σχισημάτων= μτφ, για στάση, ιδέα, απόλυτος, ακλόνητος, ομόφωνος, Una fe sin fisuras, μια πίστη ακλόνητη

fisípedo 1. α, ζωλ, πρχ σ-χισι-ποδο= δί-χηλο

bífido, da 1. ε, πρχ αμ-φι-σ-χιδο= δισχιδής, -ής, -ές

bífidus 1. α, δισχιδή βακτήρια, μπιφιδο-βακτήρια

trífido, da 1. ε, βοτ, τρι-σχιδής, -ής, -ές, τρί-λοβος, -η, -o

belfo πρχ bífido > belfo= δί-χειλο, ηχμ μπουφ> χείλη όταν κάνουμε μπουφ

μπε-λφο> αμφι-λο-βός σαν χείλος

1. α, χείλος αλόγου, μαιμούς, belfo de caballo, mono

2. κρεμάμενο χείλος άνω σιαγόνας σκύλων, belfo de perro

3. για άτομο, κάτω χείλος εξέχον

belfo, fa 1. ε, α θ, χειλαράς, -ού, -άδικο

befa 1. θ, μτφ, ηχμ μπουφ σαν χλευασμός, εμπαιγμός, σαρκασμός

2. εκφ, hacer befa de algo, alguien χλευάζω κάτι, κάποιον

befar 1. ρα, κουνώ το κάτω χείλος (για άλογο)

2. ρμ, μτφ, σαν να λέω μπούφο κάποιον> μπουφάρω= χλευάζω, κοροϊδεύω,

los niños befaban al anciano, τα παιδιά κορόιδευαν τον γέροντα

3. befarse de, μτφ, κάνω μπουου= γιουχαΐζω, se befaban de todos los que pasaban por allí,

γιουχάιζαν όλους όσους περνούσαν από κει

befo 1. α, κρεμάμενο χείλος σκύλου

2. χείλος αλόγου, μαινούς

3. για άτομο, κάτω χείλος εξέχον

befo, fa 1. ε, μτφ, για άτομο, χειλαράς, χειλαρού, με χοντρά χείλια

2. πρχ bífido> befo, fa> αμφί-ποδο= στραβο-πόδαρος, -η, -ο, στραβοπόδης, -α, -ικο,

στραβοκάνης, -α, -ικο

Beocia 1. ονο, ιστ, Βοιωτία

beocio, cia 1. ε, απο Βοιωτία, βοιωτικός, -ή, -ó

2. ε, α θ, μτφ, πρχ μπούφος= κουτός, -ή, -ό, αδαής, -ής, -ές

3. α θ, Βοιωτός, -ή

4. α, βοιωτική διάλεκτο

bohemia 1. θ, ζωή μποέμικη

2. σύνολο καλλιτεχνών μποέμ

Bohemia 1. ονο, Βοημία

Bohemia 1. α θ, Βοημός, Βοημή

2. άτομο μποέμ

bohémico, ca 1. ε, μποέμικος, -η, -o

bohemio, mía 1. ε, βοημικός, -ή, -ό, εκ της Βοημίας

2. μτφ, με σκέψη μποέμ= αντισυμβατικός, -ή, -ó

3. α θ, Βοημός, Βοημή

batel 1. α, ναυ, πρχ βαρ-ρκ-ούλα= πλοιάριο

batelero, ra 1. α θ, βαρκάρης, -ισσα, los bateleros del Volga, οι βαρκάρηδες του Βόλγα

filibote 1. α, ναυ, πρχ ελα-φρο-βατο= ελαφρύ ιστιοφόρο ολλανδικής προέλευσης

bita 1. θ, ναυ, μπαμπαδέλι, κίονας πρυμνοδέτησης

bitoque 1. α, μτθ μπι-τό-κε> τα-πα-κι ή κου-μπιτάκι= πώμα, τάπα βαρελιού,

bitoque de tonel

hendedura, hendidura πρχ εν-δε-δουρα> εν-διαιρεση ή χ-ενδουρα> σ-χι(ν)δής= σχίσιμο

ή εν-διαίρω= σχίζω στα δύο

1. θ, σχισμή σε υλικό, hendiduras en los cimientos, σχισμές στα τσιμέντα

2. ρωγμή μικρή, una hendidura en la roca, μια ρωγμή στον βράχο

3. ρήγμα σε έδαφος

4. ρωγμή σε κανάτα, hendidura en vasija

5. σχισμή, ρωγμή, La hendidura en el tronco del árbol fue causado por un relámpago,

Η ρωγμή στον κορμό του δέντρου προκλήθηκε από ένα κεραυνό

hender, hendir 1. ρμ, κάνω σχιδή σε σώμα ή εν-διαίρω= σχίζω, ραγίζω,

el parachoques ha hendido su casco, ο προφυλακτήρας έχει σχίσει το κράνος του

El artesano hendió la piedra golpeándola con fuerza,

Ο τεχνίτης έσκισε την πέτρα χτυπώντας την δυνατά

2. μτφ, για κάτι που δια-σχίζει υγρό, El velero hendía las aguas del océano serenamente,

το ιστιοφόρο έσχιζε τα νερά του ωκεανού γαλήνια

3. ραντ, μτφ, σχίζω το πλήθος για να περάσω, la mujer se hendía entre la multitud,

η γυναίκα έσχιζε> άνοιγε δρόμο για αυτήν μέσα στο πλήθος

hendimiento 1. α, σχίσιμο

2. πράξη και αποτέλεσμα του hender

hendible 1. ε, ευ-σχιδής> εύ-σχιστος, -η, -ο, una madera fácilmente hendible,

ένα ξύλο που σχίζεται εύκολα

hendido, da 1. ε, δι-χαλωτός, -ή, -ó, pie hendido, διχαλωτή οπλή, ποδο-σχιστία,

hoja hendida, φύλλα με ακανόνιστους λοβούς, ακανόνιστες νευρώσεις

hendiente 1. α, πρχ εν-δυον ή σ-χιδίον= χτύπημα με σπαθί από πάνω ως κάτω

rendija 1. θ, ρωγμή σε τοίχο, χαραμάδα, σχισμή που αφήνει να περάσει το φώς, αέρας

Scroll to Top